Μιλάτε σχεδόν καθημερινά. Υπάρχει έλξη, ίσως σεξ, ίσως βράδια που νιώθεις ότι είστε πολύ κοντά. Όταν όμως σκέφτεσαι να ρωτήσεις τι συμβαίνει ανάμεσά σας, διστάζεις. Δεν θέλεις να φανείς πιεστικός. Δεν θέλεις να χαλάσεις κάτι όμορφο. Κι έτσι συνεχίζεις να προσπαθείς να καταλάβεις τη σχέση από τον χρόνο απάντησης, τις αγκαλιές και το αν σε συμπεριλαμβάνει στα σχέδιά του.
Η ερώτηση «είμαστε κάτι;» μπορεί να κρύβει μια πιο προσωπική αγωνία: «Χωράει αυτό που θέλω εδώ ή περιμένω να αλλάξει κάτι που ο άλλος δεν έχει υποσχεθεί;». Δεν είναι εύκολο να την κοιτάξεις, ιδιαίτερα όταν υπάρχουν αληθινά συναισθήματα. Η ανάγκη για σαφήνεια, όμως, δεν ακυρώνει την τρυφερότητα ούτε σε κάνει υπερβολικό.
Τι εννοούμε όταν λέμε situationship;
Ο όρος χρησιμοποιείται στην καθημερινή γλώσσα για μια ερωτική ή συντροφική σύνδεση χωρίς ξεκάθαρη κοινή συμφωνία για τη μορφή και τις προσδοκίες της. Δεν είναι ψυχολογική διάγνωση. Μπορεί να περιγράφει πολύ διαφορετικές καταστάσεις, από μια αρχική γνωριμία μέχρι μια σχέση που παραμένει αδιευκρίνιστη για μεγάλο διάστημα.
Δεν χρειάζονται όλοι οι άνθρωποι τον ίδιο τίτλο, την ίδια αποκλειστικότητα ή την ίδια προοπτική. Μια μη συμβατική σχέση μπορεί να είναι επιθυμητή και φροντιστική, όταν υπάρχει ενημερωμένη συμφωνία. Η δυσκολία εμφανίζεται όταν οι δύο άνθρωποι ζουν διαφορετικές εκδοχές της σύνδεσης και δεν μπορούν ή δεν θέλουν να το συζητήσουν.
Γι’ αυτό το ουσιαστικό ερώτημα δεν είναι αν δικαιούστε να χρησιμοποιήσετε τη λέξη «σχέση». Είναι αν γνωρίζετε τι επιλέγετε, αν μπορείτε να εκφράσετε ανάγκες και αν αυτό που συμβαίνει σας ταιριάζει. Ένας τίτλος μπορεί να βοηθήσει, αλλά χρειάζεται να συνοδεύεται από κοινή κατανόηση.
Άλλο η αρχική αβεβαιότητα, άλλο η μόνιμη αναμονή
Στην αρχή μιας γνωριμίας είναι πιθανό να μη γνωρίζετε ακόμη πού θέλετε να οδηγηθεί. Η εμπιστοσύνη και η οικειότητα χρειάζονται χρόνο. Δεν υπάρχει ένα καθολικό όριο εβδομάδων μετά το οποίο όλοι πρέπει να έχουν αποφασίσει. Η διάρκεια από μόνη της δεν λέει όλη την ιστορία.
Μπορείς όμως να παρατηρήσεις αν υπάρχει διάθεση για ειλικρινή συζήτηση. Ο άλλος ακούει όταν εκφράζεις μια ανάγκη; Μπορεί να πει τι γνωρίζει και τι δεν γνωρίζει; Ή κάθε ερώτηση παρουσιάζεται ως πίεση, ενώ η σχέση συνεχίζεται μόνο με όρους που τον βολεύουν;
Η αβεβαιότητα έχει διαφορετικό βάρος όταν είναι κοινή επιλογή και διαφορετικό όταν ο ένας την υπομένει φοβούμενος ότι αλλιώς θα χάσει τον άλλον. Δεν χρειάζεται να αποδείξεις ότι η κατάσταση είναι αντικειμενικά «αρκετά κακή» για να αναγνωρίσεις ότι σε δυσκολεύει.
Πόσο χώρο καταλαμβάνει η αναμονή στη ζωή σου;
Ίσως κρατάς τα Σαββατοκύριακα ανοιχτά μήπως προτείνει να συναντηθείτε. Ίσως αποφεύγεις να κάνεις άλλες γνωριμίες, χωρίς να έχει συμφωνηθεί αποκλειστικότητα. Ίσως αισθάνεσαι ότι δεν μπορείς να εκφράσεις στενοχώρια, επειδή «δεν είμαστε και μαζί». Η ασάφεια τότε δεν αφορά μόνο μια λέξη. Επηρεάζει πραγματικές επιλογές.
Παρατήρησε τι κάνεις για να διατηρήσεις τη σύνδεση. Κρύβεις τις ανάγκες σου; Συμφωνείς σε επαφές που δεν θέλεις ιδιαίτερα; Προσπαθείς να δείχνεις πάντα άνετος; Μερικές φορές η προσπάθεια να μη φανείς απαιτητικός γίνεται τόσο μεγάλη ώστε ο άλλος δεν γνωρίζει καν ποιος είσαι μέσα στη σχέση.
Αυτό δεν σημαίνει ότι ευθύνεσαι για τη συμπεριφορά του. Σημαίνει ότι υπάρχει κάτι δικό σου που αξίζει να προστατευτεί: η δυνατότητα να συμμετέχεις χωρίς να χρειάζεται να μικραίνεις διαρκώς τις επιθυμίες σου.
Τι θέλεις εσύ, αν σταματήσεις για λίγο να μαντεύεις τον άλλον;
Πριν από τη συζήτηση, μπορεί να βοηθήσει να ξεχωρίσεις τι χρειάζεσαι συγκεκριμένα. Θέλεις αποκλειστικότητα; Πιο σταθερή επικοινωνία; Να κανονίζετε συναντήσεις εγκαίρως; Να γνωρίζεις αν υπάρχει ενδιαφέρον για μια σχέση με προοπτική; Το «να με θέλει πραγματικά» είναι κατανοητό, αλλά δεν περιγράφει ακόμη μια συμφωνία που μπορείτε να συζητήσετε.
Το NHS, στην ενημέρωσή του για τις υγιείς σχέσεις, αναδεικνύει τη σημασία της ανοιχτής επικοινωνίας, του αμοιβαίου σεβασμού και των ορίων. Στη δική σου περίπτωση, αυτό μπορεί να ξεκινήσει με το να αναγνωρίσεις μια ανάγκη χωρίς να τη χαρακτηρίσεις αμέσως υπερβολική.
Μπορεί επίσης να ανακαλύψεις ότι δεν θέλεις μια δεσμευτική σχέση, αλλά χρειάζεσαι περισσότερη συνέπεια και καθαρότητα. Δεν χρειάζεται να υιοθετήσεις μια συμβατική μορφή σχέσης για να ζητήσεις σεβασμό. Η ειλικρίνεια αφορά και τις χαλαρές ή μη αποκλειστικές συνδέσεις.
Πώς να ανοίξεις τη συζήτηση χωρίς ανάκριση
Διάλεξε μια στιγμή που υπάρχει χρόνος και δεν προσπαθείς να εξασφαλίσεις απάντηση μέσα σε ένταση. Μπορείς να ξεκινήσεις από τη δική σου εμπειρία: «Μου αρέσει αυτό που έχουμε, αλλά η ασάφεια έχει αρχίσει να με δυσκολεύει. Θα ήθελα να καταλάβω πώς το βλέπεις».
Αν γνωρίζεις τι θέλεις, πες το: «Εγώ ενδιαφέρομαι για μια αποκλειστική σχέση. Εσύ θέλεις να κινηθούμε προς τα εκεί;». Η ερώτηση δεν απαιτεί να υποσχεθεί κάποιος ότι θα είστε μαζί για πάντα. Ζητά πληροφορία για την παρούσα πρόθεση και για το αν μπορείτε να συμφωνήσετε σε ένα επόμενο βήμα.
Απόφυγε να κάνεις ολόκληρη την κουβέντα διαπραγμάτευση για το αν δικαιούσαι να τη θέτεις. Η ανάγκη σου μπορεί να μη συμπίπτει με την επιθυμία του άλλου. Παραμένει όμως θεμιτή. Το ίδιο ισχύει και για τη δική του δυνατότητα να πει ότι δεν θέλει τη σχέση που αναζητάς.

Αν η απάντηση είναι «δεν ξέρω»
Το «δεν ξέρω» μπορεί να είναι ειλικρινές. Δεν χρειάζεται να το μεταφράσεις αυτόματα ως απόρριψη ή χειρισμό. Χρειάζεται όμως να αποφασίσεις αν μπορείς να μείνεις σε αυτή την αβεβαιότητα και με ποιους όρους. Η ειλικρίνεια του άλλου δεν σε υποχρεώνει να περιμένεις απεριόριστα.
Μπορείς να ρωτήσεις: «Τι σημαίνει αυτό πρακτικά για εμάς τώρα;». Θα συνεχίσετε να βλέπεστε; Υπάρχει αποκλειστικότητα; Θέλετε να ξαναμιλήσετε σε έναν χρόνο που συμφωνείτε και οι δύο; Μια επόμενη συζήτηση έχει νόημα μόνο αν δεν χρησιμοποιείται για να μετατίθεται διαρκώς το ίδιο ερώτημα.
Αν η απάντηση είναι «δεν θέλω σχέση», προσπάθησε να την ακούσεις όπως ειπώθηκε. Οι τρυφερές στιγμές μπορεί να είναι αληθινές χωρίς να αποτελούν υπόσχεση μελλοντικής δέσμευσης. Δεν χρειάζεται να βρεις τον σωστό τρόπο να φερθείς ώστε να μετατραπεί ένα σαφές «δεν θέλω» σε κάτι διαφορετικό.
Δες τη συμφωνία μέσα στην καθημερινότητα
Μετά τη συζήτηση, παρατήρησε αν όσα ειπώθηκαν αποκτούν πρακτικό αντίκρισμα. Αν συμφωνήσατε να κανονίζετε χρόνο μαζί, συμβαίνει; Αν είπατε ότι θα επικοινωνείτε όταν αλλάζει κάτι, υπάρχει αυτή η ενημέρωση; Μια σχέση δεν κρίνεται από ένα μόνο μήνυμα, αλλά ούτε χρειάζεται να αγνοείς μια σταθερή απόσταση ανάμεσα σε λόγια και πράξεις.
Πρόσεξε να μη μετατραπεί η παρατήρηση σε παρακολούθηση. Το να ελέγχεις συνεχώς πότε συνδέθηκε ή ποιον ακολουθεί δεν σου δίνει απαραίτητα καθαρότερη εικόνα. Πιο χρήσιμο είναι να αξιολογήσεις την άμεση εμπειρία σας και τις συμφωνίες που πράγματι κάνατε.
Σκέψου ένα υποθετικό παράδειγμα: η Ελένη ακούει «σε θέλω στη ζωή μου», αλλά οι συναντήσεις ακυρώνονται επανειλημμένα χωρίς εναλλακτική πρόταση. Δεν χρειάζεται να αποδείξει ότι τα λόγια είναι ψεύτικα. Μπορεί να αναγνωρίσει ότι η διαθέσιμη σχέση δεν καλύπτει τις ανάγκες της, ανεξάρτητα από την πρόθεση του άλλου.
Ένα όριο δεν είναι προσπάθεια να τον αναγκάσεις
Ένα όριο περιγράφει τι μπορείς εσύ να συνεχίσεις: «Αυτή η μορφή σύνδεσης με δυσκολεύει και δεν θέλω να παραμείνω σε αυτή». Διαφέρει από μια απειλή που χρησιμοποιείται για να προκαλέσει φόβο απώλειας. Δεν χρειάζεται να φύγεις θεατρικά για να δεις αν θα σε κυνηγήσει.
Μπορείς να πεις ότι θέλεις απόσταση ή ότι δεν επιθυμείς να συνεχιστεί η ερωτική επαφή. Ο άλλος δικαιούται να στενοχωρηθεί, αλλά δεν δικαιούται να σε πιέσει να ανακαλέσεις. Αν φοβάσαι εκφοβισμό, απειλές ή βία, η προτεραιότητα είναι ένα ασφαλές σχέδιο απομάκρυνσης και κατάλληλη υποστήριξη.
Η απόφαση δεν χρειάζεται να στηρίζεται σε βεβαιότητα ότι δεν θα σου λείψει. Μπορεί να σου λείψει πολύ και παράλληλα να γνωρίζεις ότι η συγκεκριμένη συνθήκη σε εξαντλεί. Η δυσκολία του αποχωρισμού δεν ακυρώνει τον λόγο για τον οποίο θέλησες να απομακρυνθείς.
Μπορείς να πενθήσεις κάτι που δεν είχε επίσημο τίτλο
Αν τελειώσει, μπορεί να ντραπείς για το πόσο πονάς. «Αφού δεν ήμασταν κανονικά μαζί, γιατί το παίρνω τόσο βαριά;». Ωστόσο, ίσως χάνεις πραγματικές στιγμές εγγύτητας, μια καθημερινή παρουσία και μια προσδοκία μέλλοντος. Ο πόνος δεν μετριέται με τον τίτλο της σχέσης.
Δώσε χώρο να ξεχωρίσεις τι υπήρξε και τι ήλπιζες ότι θα υπάρξει. Και τα δύο μπορεί να έχουν συναισθηματικό βάρος. Μπορείς να μιλήσεις σε έναν άνθρωπο εμπιστοσύνης, να διατηρήσεις τις δικές σου δραστηριότητες και να αποφασίσεις ποια επαφή με τον άλλον σε βοηθά ή σε κρατά στην αναμονή.
Δεν χρειάζεται να βιαστείς να βρεις μια νέα γνωριμία για να αποδείξεις ότι προχώρησες. Ούτε να υποτιμήσεις όσα έζησες για να μπορέσεις να φύγεις. Μπορείς να κρατήσεις ότι κάτι είχε αξία και ταυτόχρονα δεν ήταν αρκετό για εσένα.
Τι μπορεί να διερευνηθεί στη θεραπεία;
Η ψυχοθεραπεία μπορεί να βοηθήσει να καταλάβεις τι κάνει τη συγκεκριμένη αναμονή τόσο δύσκολη: ο φόβος απόρριψης, η μοναξιά, η ελπίδα ότι θα επιλεγείς ή η δυσκολία να εκφράσεις μια ανάγκη. Αυτά δεν προϋποθέτουν ότι υπάρχει κάποιο «ελάττωμα» που σε έφερε εδώ.
Μπορεί να δουλευτούν συγκεκριμένες στιγμές, όπως η προετοιμασία μιας συζήτησης ή η διαχείριση της επιθυμίας να επιστρέψεις σε μια κατάσταση που σε πονά. Ο θεραπευτικός στόχος δεν είναι να αποφασίσει κάποιος άλλος αν πρέπει να μείνεις ή να φύγεις. Είναι να έχεις περισσότερο χώρο να ακούσεις τον εαυτό σου και να επιλέξεις.
Η δική σου ανάγκη για σχέση έχει θέση
Αν περνάς περισσότερο χρόνο περιμένοντας και μαντεύοντας παρά ζώντας τη σύνδεση, μπορούμε να διερευνήσουμε τι χρειάζεσαι και πώς να το εκφράσεις με σαφήνεια και σεβασμό στον εαυτό σου.
Φωτογραφία εξωφύλλου: daan evers / Unsplash.
Πηγές και περαιτέρω ανάγνωση
Το άρθρο έχει ενημερωτικό χαρακτήρα και δεν αντικαθιστά την εξατομικευμένη αξιολόγηση. Τα παραδείγματα είναι υποθετικά.

