Εξαρτητική διαταραχή προσωπικότητας: Όταν φοβάμαι ότι δεν μπορώ χωρίς τον άλλον

Θέλω τη στήριξή σου, αλλά φοβάμαι να σταθώ στη δική μου απόφαση

Η εξαρτητική διαταραχή προσωπικότητας αφορά κάτι πιο επίμονο από το να θέλουμε συντροφιά ή μια δεύτερη γνώμη. Στο κέντρο της βρίσκεται ο φόβος ότι δεν μπορούμε να τα καταφέρουμε χωρίς κάποιον που θα μας καθοδηγεί και θα μας φροντίζει. Αυτός ο φόβος μπορεί να περιορίζει τις επιλογές και τη φωνή μας μέσα στις σχέσεις. [1]

Ίσως αναγνωρίζεις στιγμές όπου λες «ό,τι θέλεις εσύ», παρότι έχεις διαφορετική επιθυμία. Ή περιμένεις μια απάντηση για να αισθανθείς ότι επιτρέπεται να προχωρήσεις. Τέτοιες εμπειρίες αξίζουν κατανόηση. Από μόνες τους, όμως, δεν σημαίνουν ότι υπάρχει διαταραχή.

Σε αυτό το άρθρο θα δούμε πότε η ανάγκη για στήριξη γίνεται περιοριστική, πώς αξιολογείται και πώς μπορεί να βοηθήσει η ψυχοθεραπεία. Ο στόχος είναι περισσότερη ελευθερία μέσα στη σχέση, ενώ διατηρούμε τη δυνατότητα να ζητάμε βοήθεια.

Τι είναι η εξαρτητική διαταραχή προσωπικότητας;

Πρόκειται για ένα μακροχρόνιο μοτίβο έντονης ανάγκης για φροντίδα, δυσκολίας στην αυτόνομη λήψη αποφάσεων και φόβου αποχωρισμού. Το μοτίβο μπορεί να επηρεάζει συντροφικές, οικογενειακές ή άλλες στενές σχέσεις. Το άτομο υποτιμά την προσωπική του κρίση, ενώ η γνώμη του άλλου αποκτά δυσανάλογο βάρος. [4]

Ωστόσο, για να μιλήσουμε για διαταραχή προσωπικότητας, χρειάζεται επαγγελματική αξιολόγηση. Ο ειδικός εξετάζει τη διάρκεια, τη δυσκαμψία του μοτίβου και τις συνέπειές του στη ζωή. Παράλληλα, λαμβάνει υπόψη το κοινωνικό και πολιτισμικό πλαίσιο. Μια δύσκολη περίοδος ή μια μεμονωμένη σχέση δεν αρκούν για διάγνωση. [3]

Η στήριξη δεν είναι το ίδιο με την απώλεια της δικής μας φωνής

Το ζητούμενο δεν είναι να γίνουμε άνθρωποι που δεν χρειάζονται κανέναν. Μπορούμε να συμβουλευόμαστε τον σύντροφό μας και ταυτόχρονα να διατηρούμε προτιμήσεις, φίλους και προσωπικούς στόχους. Μπορούμε επίσης να διαφωνούμε χωρίς να θεωρούμε ότι η διαφωνία ακυρώνει ολόκληρη τη σχέση.

Σκέψου τη διαφορά ανάμεσα στο «θέλω να ακούσω τη γνώμη σου» και στο «αν δεν μου πεις τι να κάνω, δεν μπορώ να αποφασίσω». Η δεύτερη φράση γίνεται σημαντική όταν περιγράφει συστηματικά πολλές πλευρές της καθημερινότητας και προκαλεί μεγάλη δυσφορία.

Η πρακτική βοήθεια λόγω αναπηρίας, ασθένειας ή δύσκολων συνθηκών δεν αποτελεί από μόνη της ένδειξη διαταραχής. Η αξιολόγηση χρειάζεται να λαμβάνει υπόψη τις πραγματικές ανάγκες και τις διαθέσιμες επιλογές του ανθρώπου. Το να χρειάζεσαι υποστήριξη δεν μειώνει την αξία σου.

Αμμώδες μονοπάτι ανάμεσα σε ψηλά χόρτα κάτω από γαλάζιο ουρανό
Φωτογραφία: Alice Donovan Rouse / Unsplash.
Πώς μπορεί να φαίνεται στην καθημερινότητα

Μερικά ενδεικτικά μοτίβα είναι η συνεχής αναζήτηση επιβεβαίωσης για απλές αποφάσεις, η ανάθεση σημαντικών ευθυνών σε άλλους και η δυσκολία έναρξης δραστηριοτήτων λόγω χαμηλής εμπιστοσύνης στις ικανότητες. Μπορεί επίσης να υπάρχει φόβος έκφρασης διαφωνίας, υπερβολικές υποχωρήσεις για να μη χαθεί η φροντίδα και έντονη ανησυχία όταν το άτομο μένει μόνο. [1]

Αυτή η περιγραφή δεν είναι τεστ αυτοδιάγνωσης. Αντίθετα, πιο χρήσιμες ερωτήσεις είναι: «Πόσο συχνά συμβαίνει; Σε πόσες σχέσεις; Τι εγκαταλείπω για να μην απογοητεύσω τον άλλον;». Έτσι, οι απαντήσεις μπορούν να ανοίξουν μια συζήτηση με ειδικό, χωρίς να χρειάζεται να βάλεις μόνος σου μια ετικέτα.

Ένα παράδειγμα: όταν μια μικρή επιλογή γίνεται μεγάλο δίλημμα

Ας φανταστούμε ένα υποθετικό παράδειγμα. Η Άννα θέλει να παρακολουθήσει ένα απογευματινό μάθημα. Πριν εγγραφεί, ρωτά επανειλημμένα τον σύντροφό της αν είναι καλή ιδέα. Εκείνος απαντά ότι η επιλογή είναι δική της. Όμως, η απάντηση δεν την ανακουφίζει: αναρωτιέται μήπως δυσαρεστηθεί αν λείπει από το σπίτι.

Τελικά εγκαταλείπει το μάθημα, χωρίς να έχει συζητήσει τι ακριβώς φοβάται. Ωστόσο, δεν γνωρίζουμε αν η Άννα έχει κάποια διαταραχή. Ωστόσο, το παράδειγμα δείχνει μόνο πώς η ανάγκη για βεβαιότητα μπορεί να περιορίσει μια επιθυμία.

Μια διαφορετική αρχή θα ήταν να αναγνωρίσει: «Θέλω να πάω, αλλά φοβάμαι την αντίδρασή σου». Έτσι, μπορεί να συζητήσει ένα συγκεκριμένο θέμα με τον σύντροφό της. Δεν χρειάζεται να λυθεί όλη η σχέση μέσα σε μία κουβέντα.

ΣΤΗΡΙΞΗ ΚΑΙ ΠΡΟΣΩΠΙΚΟΣ ΧΩΡΟΣ

Μπορώ να είμαι κοντά σου
και να έχω τη δική μου φωνή.

Η αυτονομία δεν απαιτεί απομόνωση. Αφήνει χώρο για σύνδεση, βοήθεια και προσωπικές επιλογές μέσα στην ίδια σχέση.

Τι μπορεί να συμβάλλει σε αυτό το μοτίβο;

Δεν υπάρχει μία μοναδική, αποδεδειγμένη αιτία. Η διαθέσιμη γνώση για την εξαρτητική διαταραχή είναι περιορισμένη. Ιδιοσυγκρασία, βιολογική ευαλωτότητα και αναπτυξιακές εμπειρίες ενδέχεται να αλληλεπιδρούν. Συνεπώς, δεν είναι σωστό να αποδίδουμε κάθε περίπτωση σε έναν γονέα ή ένα συγκεκριμένο παιδικό γεγονός. [1]

Για παράδειγμα, στη θεραπευτική διερεύνηση μπορείς να εξετάσεις ερωτήματα όπως: «Πότε έμαθα ότι η διαφωνία είναι επικίνδυνη; Τι συνέβαινε όταν δοκίμαζα κάτι μόνος μου;». Οι ερωτήσεις δεν προϋποθέτουν συγκεκριμένη απάντηση. Βοηθούν να ακουστεί η προσωπική ιστορία, μαζί με τις εμπειρίες στις οποίες υπήρξε πρωτοβουλία και επάρκεια.

Η αξιολόγηση κοιτάζει ολόκληρο τον άνθρωπο

Ο ψυχολόγος ή ψυχίατρος διερευνά την πορεία του μοτίβου, τη λειτουργικότητα και τυχόν συνυπάρχουσες δυσκολίες. Επιπλέον, άλλες ψυχικές καταστάσεις μπορεί να περιλαμβάνουν συμπεριφορές εξάρτησης. Επομένως, ο ειδικός χρειάζεται προσοχή πριν τις αποδώσει σε διαταραχή προσωπικότητας. [4]

Στο ραντεβού μπορείς να φέρεις δύο ή τρία συγκεκριμένα περιστατικά: τι συνέβη, τι φοβήθηκες, τι έκανες και ποιο ήταν το αποτέλεσμα. Δεν χρειάζεται να παρουσιάσεις μια «σωστή» εκδοχή του εαυτού σου. Επιπλέον, ακόμη και η δυσκολία να περιγράψεις τι θέλεις αποτελεί χρήσιμο σημείο εκκίνησης.

Άδειο παγκάκι δίπλα σε μονοπάτι σε καταπράσινο πάρκο
Φωτογραφία: Ryan Spaulding / Unsplash.
Πώς βοηθά η ψυχοθεραπεία

Η ψυχοθεραπεία αποτελεί βασική προσέγγιση. Μπορεί να βοηθήσει στην αναγνώριση φόβων και πεποιθήσεων, στην έκφραση αναγκών και στην ανάπτυξη μεγαλύτερης εμπιστοσύνης στις προσωπικές αποφάσεις. Οι θεραπευτές αξιοποιούν, μεταξύ άλλων, γνωσιακές συμπεριφορικές και ψυχοδυναμικές προσεγγίσεις, ανάλογα με την αξιολόγηση και τις ανάγκες. [2]

Η θεραπευτική σχέση έχει ιδιαίτερη σημασία: προσφέρει στήριξη, ενώ ενθαρρύνει σταδιακά την αυτενέργεια. Σκοπός δεν είναι ο θεραπευτής να αποφασίζει για κάθε ζήτημα. Θεραπευτής και θεραπευόμενος συζητούν μαζί την πορεία και τους στόχους, χωρίς υποσχέσεις για γρήγορη ή ίδια αλλαγή σε όλους.

Ένα προσωπικό θεραπευτικό ερώτημα θα μπορούσε να είναι: «Πώς μπορώ να ακούω μια συμβουλή και έπειτα να διαλέγω τι μου ταιριάζει;». Ένα άλλο: «Πώς εκφράζω διαφωνία χωρίς να νιώθω ότι πρέπει αμέσως να την πάρω πίσω;». Με αυτόν τον τρόπο, τέτοια ερωτήματα συνδέουν τη συζήτηση με πραγματικές καταστάσεις.

Επίσης, μπορείτε να συζητάτε την πρόοδο με απλά, προσωπικά παραδείγματα. Ίσως αυτή την εβδομάδα διατύπωσες μια προτίμηση, ενώ προηγουμένως θα σιωπούσες. Ίσως ζήτησες βοήθεια πιο συγκεκριμένα, χωρίς να παραδώσεις όλη την απόφαση. Ωστόσο, αν μια μέρα επιστρέψεις σε παλιές συνήθειες, αυτό μπορεί να γίνει θέμα διερεύνησης αντί για αφορμή αυτοκατηγορίας. Γι’ αυτό, το σημαντικό είναι οι στόχοι να έχουν νόημα για τη δική σου ζωή.

Χρειάζεται φαρμακευτική αγωγή;

Δεν υπάρχει ειδικό φάρμακο που να θεραπεύει την εξαρτητική διαταραχή προσωπικότητας. Ωστόσο, ο ψυχίατρος μπορεί να εξετάσει φαρμακευτική αγωγή για συνυπάρχουσα κατάθλιψη, άγχος ή άλλη κατάσταση. Η απόφαση είναι εξατομικευμένη και δεν αντικαθιστά την ψυχοθεραπευτική εργασία. [2]

Μικρά βήματα για περισσότερο χώρο στις δικές σου επιλογές

Οι παρακάτω ιδέες είναι αφορμές παρατήρησης και συζήτησης, όχι πρόγραμμα θεραπείας. Διάλεξε κάτι μικρό και ασφαλές, χωρίς σοβαρές οικονομικές, ιατρικές ή άλλες συνέπειες. Άλλωστε, δεν χρειάζεται να αποδείξεις την ανεξαρτησία σου με μια απότομη αλλαγή.

Πριν ζητήσεις γνώμη για μια απλή επιλογή, γράψε πρώτα: «Εγώ προτιμώ… επειδή…». Μπορείς μετά να ακούσεις τον άλλον. Η διαφορά είναι ότι έχεις δώσει λίγο χώρο στη δική σου σκέψη πριν τη συγκρίνεις με κάποια άλλη.

Δοκίμασε μια συγκεκριμένη φράση, όπως «Θα ήθελα να το σκεφτώ μέχρι αύριο» ή «Σε αυτό έχω διαφορετική προτίμηση». Επίσης, δεν χρειάζεται να προσθέσεις μια μακροσκελή απολογία. Παρατήρησε τι αισθάνεσαι και συζήτησέ το στη θεραπεία, αν ήδη κάνεις.

Μετά από μια μικρή απόφαση, κατέγραψε τι περίμενες ότι θα συμβεί και τι συνέβη τελικά. Αν δυσκολευτείς, απόφυγε το συμπέρασμα «δεν μπορώ τίποτα μόνος μου». Αντίθετα, μια δύσκολη προσπάθεια δίνει πληροφορίες για το επόμενο βήμα· δεν αποτελεί τελική ετυμηγορία για τις ικανότητές σου.

Κούπα και κινητό σε μικρό τραπέζι δίπλα σε παράθυρο
Φωτογραφία: VD Photography / Unsplash.
Αν αναγνωρίζεις αυτά τα στοιχεία σε έναν κοντινό σου άνθρωπο

Μπορείς να προσφέρεις παρουσία χωρίς να αναλαμβάνεις κάθε απόφαση. Αντί για «κάνε αυτό», δοκίμασε «ποιες επιλογές βλέπεις;» ή «τι θα προτιμούσες εσύ;». Ρώτησε τι είδους βοήθεια χρειάζεται, πριν υποθέσεις ότι πρέπει να λύσεις το ζήτημα.

Παράλληλα, μπορείς να εκφράζεις τα δικά σου όρια: «Μπορώ να το συζητήσουμε το απόγευμα, αλλά τώρα εργάζομαι». Ωστόσο, η απότομη απόσυρση με σκοπό να «μάθει» ο άλλος δεν είναι θεραπευτικό σχέδιο. Ούτε χρειάζεται να αναλάβεις τον ρόλο θεραπευτή. Οι οικογένειες και οι σύντροφοι μπορεί να χρειάζονται και δική τους υποστήριξη. [3]

Για παράδειγμα, πριν οργανώσετε το Σαββατοκύριακο, μπορεί ο καθένας να πει μία δική του επιθυμία. Έτσι, η τελική επιλογή μπορεί να είναι κοινή, διατηρώντας και τις δύο φωνές. Αν η συζήτηση προκαλεί ένταση, μπορείτε να την επαναφέρετε σε ένα συγκεκριμένο ερώτημα: «Τι χρειάζεσαι να ακούσω αυτή τη στιγμή;». Η υποστήριξη γίνεται πιο σαφής όταν δεν στηρίζεται στην υπόθεση ότι ο ένας γνωρίζει πάντα καλύτερα.

Όταν η σχέση περιλαμβάνει έλεγχο ή κακοποίηση

Η εξάρτηση μπορεί να δυσκολεύει την απομάκρυνση από επιβλαβείς σχέσεις. [4] Ωστόσο, η ευθύνη για την κακοποιητική συμπεριφορά ανήκει σε εκείνον που την ασκεί. Η παραμονή σε μια τέτοια σχέση δεν αποδεικνύει διαταραχή προσωπικότητας.

Αν υπάρχει φόβος για την ασφάλειά σου, η προτεραιότητα είναι η ασφαλής υποστήριξη. Οι παραπάνω ιδέες για έκφραση διαφωνίας δεν είναι κατάλληλες για κάθε συνθήκη. Μπορείς να συζητήσεις εμπιστευτικά με ειδικό πώς θα αναζητήσεις βοήθεια, λαμβάνοντας υπόψη τις πραγματικές δυσκολίες και τους κινδύνους.

Δεν χρειάζεται να διαλέξεις ανάμεσα στη σύνδεση και την αυτονομία

Αξίζει να ζητήσεις βοήθεια όταν ο φόβος της εγκατάλειψης στενεύει σταθερά τη ζωή σου, όταν οι αποφάσεις προκαλούν μεγάλη δυσφορία ή όταν χάνεις ξανά τη φωνή σου σε κάθε νέα σχέση. Η θεραπεία μπορεί να στηρίξει ουσιαστικές αλλαγές, με χρόνο και προσωπική συμμετοχή. [4]

Επομένως, το πρώτο βήμα δεν χρειάζεται να είναι μεγάλο. Μπορεί να είναι μια φράση: «Θέλω να καταλάβω γιατί δυσκολεύομαι τόσο να εμπιστευτώ την απόφασή μου». Μπορείς να χρειάζεσαι τους άλλους και συγχρόνως να μαθαίνεις να υπολογίζεις τον εαυτό σου.

Κάντε το πρώτο βήμα για την υποστήριξή σας.

Post a comment

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Χρησιµοποιούµε cookies για να σας δώσουμε την καλύτερη δυνατή εµπειρία.