OCD και σεξουαλικότητα: όταν η αμφιβολία επιμένει
Η ιδεοψυχαναγκαστική διαταραχή, γνωστή και ως OCD, μπορεί να επηρεάσει τη σεξουαλικότητα με τρόπους που δεν φαίνονται στους άλλους. Μια ανεπιθύμητη σκέψη, μια αμφιβολία για την έλξη ή η ανάγκη να ελέγχει κάποιος συνεχώς το σώμα του μπορεί να μετατρέψουν την οικειότητα σε πηγή άγχους. Γι’ αυτό το άτομο συχνά ντρέπεται να μιλήσει, καθώς φοβάται την αντίδραση των άλλων.
Η συζήτηση για το OCD και τη σεξουαλικότητα χρειάζεται ακρίβεια και σεβασμό. Μια σκέψη δεν αρκεί για να δείξει τι επιθυμεί ένας άνθρωπος, ενώ μια αμφιβολία δεν αποτελεί από μόνη της διάγνωση. Σημασία έχει ο τρόπος με τον οποίο το άτομο αντιδρά, ο χρόνος που αφιερώνει στην αναζήτηση βεβαιότητας και η επίδραση στην καθημερινή ζωή του.
Η κατάλληλη βοήθεια μπορεί να μειώσει τη δύναμη αυτού του κύκλου. Στόχος είναι να αποκτήσει ο άνθρωπος περισσότερη ελευθερία στις επιλογές και στις σχέσεις του, χωρίς να χρειάζεται πρώτα να αισθανθεί απόλυτα βέβαιος για κάθε σκέψη ή αίσθηση.
Πώς λειτουργεί ο κύκλος της ιδεοψυχαναγκαστικής διαταραχής
Οι ιδεοληψίες είναι επαναλαμβανόμενες, ανεπιθύμητες σκέψεις, εικόνες ή παρορμήσεις που προκαλούν δυσφορία. Με τους καταναγκασμούς το άτομο επαναλαμβάνει συμπεριφορές ή νοητικές πράξεις, ώστε να μειώσει αυτή τη δυσφορία ή να αποτρέψει κάτι φοβιστικό. Δεν είναι απαραίτητο να φαίνονται: η ατελείωτη ανάλυση, η ανασκόπηση αναμνήσεων και η εσωτερική επανάληψη μιας καθησυχαστικής φράσης μπορούν επίσης να λειτουργούν ως τελετουργίες.
Για παράδειγμα, εμφανίζεται η σκέψη «κι αν δεν με ελκύει πραγματικά ο σύντροφός μου;». Το άτομο ελέγχει πώς αισθάνεται, συγκρίνει προηγούμενες στιγμές και ζητά επιβεβαίωση. Ωστόσο, η ανακούφιση μπορεί να είναι σύντομη. Σύντομα εμφανίζεται μια καινούργια λεπτομέρεια που χρειάζεται έλεγχο και ο κύκλος αρχίζει ξανά.
Το πρόβλημα δεν είναι ότι κάποιος δεν βρήκε ακόμη την τέλεια απάντηση. Είναι ότι η επαναλαμβανόμενη προσπάθεια να εξαλείψει κάθε αβεβαιότητα μπορεί να κρατά την αμφιβολία ενεργή. Έτσι, το άτομο καταλήγει να εξετάζει ακόμη και τις καλές στιγμές της σχέσης σαν αποδεικτικά στοιχεία.

Οι ανεπιθύμητες σεξουαλικές σκέψεις δεν είναι τεστ χαρακτήρα
Οι ιδεοληψίες μπορεί να έχουν σεξουαλικό περιεχόμενο που τρομάζει το άτομο ή συγκρούεται με όσα θεωρεί σημαντικά. Το ότι μια εικόνα εμφανίζεται στο μυαλό δεν ισοδυναμεί με πρόθεση να γίνει πράξη. Επομένως, η αξιολόγηση εξετάζει συνολικά τη φύση των σκέψεων, τις αντιδράσεις, τις συμπεριφορές και το πλαίσιο, όχι μόνο το θέμα τους.
Ωστόσο, δεν βοηθά να επαναλαμβάνει κάποιος αυτή τη διάκριση μέχρι να φύγει εντελώς το άγχος. Όταν το άτομο ρωτά ξανά και ξανά «είσαι σίγουρος ότι αυτό δεν σημαίνει κάτι;», η απάντηση μπορεί να προσφέρει προσωρινή ανακούφιση, χωρίς να αντιμετωπίζει τον μηχανισμό της δυσκολίας.
Δυστυχώς, το περιβάλλον μπορεί να παρερμηνεύσει τις σεξουαλικές ιδεοληψίες. Γι’ αυτό βοηθά ένας επαγγελματίας με εμπειρία στο OCD, ο οποίος μπορεί να κάνει προσεκτική εκτίμηση χωρίς να αντιμετωπίζει αυτόματα μια ανεπιθύμητη σκέψη ως ένδειξη επικινδυνότητας.
Αμφιβολίες για τον σεξουαλικό προσανατολισμό
Η διερεύνηση της σεξουαλικής ταυτότητας είναι προσωπική διαδικασία και δεν αποτελεί ψυχική διαταραχή. Η ομοφυλοφιλία, η αμφιφυλοφιλία και οι άλλοι σεξουαλικοί προσανατολισμοί δεν είναι συμπτώματα που χρειάζονται θεραπεία. Παράλληλα, ιδεοληπτικές αμφιβολίες γύρω από τον προσανατολισμό μπορούν να εμφανιστούν σε ανθρώπους διαφορετικών προσανατολισμών.
Στο OCD κεντρικό ρόλο έχει συχνά η επείγουσα απαίτηση «πρέπει να ξέρω με απόλυτη βεβαιότητα, τώρα». Μπορεί να ακολουθούν συνεχείς συγκρίσεις, αναζήτηση ιστοριών στο διαδίκτυο, έλεγχος της έλξης προς διαφορετικά πρόσωπα ή ανασκόπηση κάθε προηγούμενης σχέσης. Έτσι, η διαδικασία καταναλώνει χρόνο και περιορίζει τη ζωή.
Το άγχος από μόνο του δεν διακρίνει την ιδεοληψία από τη διερεύνηση της ταυτότητας. Το κοινωνικό στίγμα μπορεί επίσης να προκαλεί φόβο και ντροπή. Επομένως, η θεραπεία χρειάζεται να σέβεται αυτή την πολυπλοκότητα. Δεν στοχεύει στην αλλαγή του προσανατολισμού ούτε υπόσχεται να αποδείξει μια συγκεκριμένη ταυτότητα.
Όταν το σώμα γίνεται αντικείμενο συνεχούς ελέγχου
Κάποιος μπορεί να παρατηρεί επίμονα τη στύση, την εφύγρανση ή μια αίσθηση στα γεννητικά όργανα, προσπαθώντας να καταλάβει τι «αποδεικνύουν». Μπορεί ακόμη να κοιτάζει επίτηδες εικόνες ή να φέρνει σκέψεις στο μυαλό για να δοκιμάσει την αντίδρασή του. Όταν το άτομο επαναλαμβάνει αυτές τις δοκιμές για να εξασφαλίσει βεβαιότητα, μπορεί να κάνει καταναγκαστικό έλεγχο.
Οι σωματικές αντιδράσεις δεν προσφέρουν από μόνες τους ασφαλές συμπέρασμα για πρόθεση, προσανατολισμό ή συναίνεση. Πολλοί παράγοντες επηρεάζουν αυτές τις αντιδράσεις, που δεν εκφράζουν πάντα τη συνειδητή επιθυμία. Παράλληλα, η συνεχής παρακολούθησή τους μπορεί να αυξάνει την ανησυχία και να απομακρύνει την προσοχή από την πραγματική επαφή.
Στη θεραπεία το άτομο και ο θεραπευτής εξετάζουν τη λειτουργία του ελέγχου και σχεδιάζουν σταδιακά τη μείωσή του. Ωστόσο, ο θεραπευτής δεν ζητά να συνεχίσει κάποιος ανεπιθύμητη σεξουαλική δραστηριότητα για να αποδείξει ότι είναι καλά.
Η επίδραση στην επιθυμία και στη σεξουαλική επαφή
Η επίμονη ανησυχία, η ντροπή, η αποφυγή και η εξάντληση μπορούν να περιορίσουν τη διαθεσιμότητα για σεξ. Αντί να απολαμβάνει τη στιγμή, ο άνθρωπος μπορεί να αναρωτιέται αν διεγείρεται αρκετά, αν αισθάνεται το «σωστό» συναίσθημα ή αν μια σκέψη ακύρωσε την εμπειρία. Αυτό μπορεί να επηρεάσει την επιθυμία, τη διέγερση και τον οργασμό.
Ωστόσο, το OCD δεν εξηγεί όλες τις σεξουαλικές δυσκολίες. Για παράδειγμα, η κατάθλιψη, τα φάρμακα, ο πόνος, σωματικές παθήσεις και οι συνθήκες της σχέσης χρειάζονται επίσης διερεύνηση. Η αξιολόγηση αποφεύγει να αποδίδει αυτόματα κάθε σύμπτωμα στο άγχος.
Η τρυφερότητα χωρίς απαίτηση για επίδοση μπορεί να βοηθήσει τη σύνδεση, όταν είναι αμοιβαία επιθυμητή. Παράλληλα, το ζευγάρι χρειάζεται χώρο για παύση και αλλαγή, χωρίς να εξετάζει συνεχώς την αγάπη ή την έλξη.

Φόβοι μόλυνσης, ασφάλεια και αποφυγή
Για ορισμένους ανθρώπους η δυσκολία περιλαμβάνει φόβους για μικρόβια, σωματικά υγρά, σεξουαλικώς μεταδιδόμενες λοιμώξεις ή εγκυμοσύνη. Μπορεί να ακολουθούν υπερβολικό πλύσιμο, επαναλαμβανόμενες ερωτήσεις ή εξετάσεις, ακόμη και αποφυγή κάθε σωματικής εγγύτητας. Ωστόσο, η αποφυγή μειώνει προσωρινά την ένταση, αλλά μπορεί να μικραίνει σταδιακά τον χώρο της σχέσης.
Η θεραπευτική δουλειά διακρίνει τις αναγκαίες πρακτικές προστασίας από τις επιπλέον τελετουργίες. Για παράδειγμα, η αντισύλληψη, η χρήση προφυλακτικών και οι εξετάσεις όταν ενδείκνυνται παραμένουν ζητήματα πραγματικής φροντίδας. Η μείωση καταναγκασμών δεν σημαίνει εγκατάλειψη της προστασίας ή αγνόηση μιας πραγματικής έκθεσης.
Ένα εξατομικευμένο πλάνο, με τις κατάλληλες ιατρικές οδηγίες, βοηθά να υπάρχει σαφές πλαίσιο. Έτσι, το άτομο μπορεί να αποφύγει την ατελείωτη διαπραγμάτευση του ίδιου ερωτήματος κάθε φορά που ανεβαίνει το άγχος.
Οι αμφιβολίες μπορούν να μπουν και μέσα στη σχέση
Η ανάγκη για βεβαιότητα μπορεί να αφορά την αγάπη, τη συμβατότητα ή το αν η σχέση είναι «η σωστή». Το άτομο ελέγχει διαρκώς τα συναισθήματά του και ζητά από τον σύντροφο να επιβεβαιώσει όσα είχαν συζητήσει λίγο νωρίτερα. Ο σύντροφος μπορεί να νιώθει ότι ο άλλος απορρίπτει κάθε απάντηση και ότι τίποτε δεν αρκεί.
Ωστόσο, αυτό δεν σημαίνει ότι όλες οι σχεσιακές ανησυχίες είναι ιδεοληψίες. Το ζευγάρι χρειάζεται να συζητά πραγματικές συγκρούσεις, διαφορετικές ανάγκες ή παραβιάσεις ορίων. Επομένως, κανείς δεν πρέπει να χρησιμοποιεί το OCD για να απορρίψει ένα παράπονο ή να πιέσει κάποιον να παραμείνει σε μια σχέση.
Για παράδειγμα, βοηθά να αναρωτηθεί το ζευγάρι: η συζήτηση οδηγεί σε απόφαση και πρακτική αλλαγή; Ή μήπως οι δύο σύντροφοι συζητούν το ίδιο θέμα ξανά, με μόνο λίγα λεπτά ανακούφισης;
Τι περιλαμβάνει μια προσεκτική αξιολόγηση
Ο επαγγελματίας διερευνά πότε εμφανίστηκαν τα συμπτώματα, πόσο χρόνο καταλαμβάνουν, τι αποφεύγει το άτομο και ποιες ορατές ή νοητικές τελετουργίες ακολουθούν. Ρωτά επίσης για τη διάθεση, τον ύπνο, τα φάρμακα, τη σωματική υγεία και την επίδραση στη σχέση. Τα ερωτηματολόγια μπορούν να υποστηρίξουν τη διαδικασία, αλλά δεν αντικαθιστούν την κλινική εκτίμηση.
Δεν χρειάζεται να έχει κάποιος βρει την ακριβή ονομασία του προβλήματος για να ζητήσει βοήθεια. Μπορεί να ξεκινήσει λέγοντας: «Έχω σκέψεις που με φοβίζουν και περνάω πολύ χρόνο προσπαθώντας να βεβαιωθώ τι σημαίνουν». Από εκεί μπορεί να αρχίσει μια συζήτηση με κατανόηση, χωρίς βιαστικά συμπεράσματα.
Η θεραπεία του OCD: έκθεση και παρεμπόδιση αντίδρασης
Η γνωσιακή συμπεριφορική θεραπεία με έκθεση και παρεμπόδιση αντίδρασης, γνωστή ως ERP, αποτελεί βασική τεκμηριωμένη θεραπεία για το OCD. Το άτομο προσεγγίζει σταδιακά και με συμφωνημένο πλάνο καταστάσεις ή σκέψεις που πυροδοτούν δυσφορία, ενώ μαθαίνει να περιορίζει την καταναγκαστική απάντηση. Επιπλέον, η δουλειά περιλαμβάνει και τις νοητικές τελετουργίες, όχι μόνο τις εμφανείς πράξεις.
Για παράδειγμα, ένας θεραπευτικός στόχος μπορεί να είναι να αφήσει κάποιος μια αμφιβολία αναπάντητη, χωρίς να αναλύσει ξανά μια ανάμνηση ή να ζητήσει άλλη μία διαβεβαίωση. Σκοπός δεν είναι να αποδείξει ότι η φοβιστική σκέψη είναι αδύνατη ούτε να εξαφανίσει αμέσως κάθε δυσφορία. Μαθαίνει ότι μπορεί να συνεχίζει μια επιλεγμένη δραστηριότητα με κάποια αβεβαιότητα.
Το άτομο σχεδιάζει τις ασκήσεις μαζί με κατάλληλα εκπαιδευμένο θεραπευτή, με βάση τις δικές του ανάγκες. Δεν περιλαμβάνουν επικίνδυνες, παράνομες ή μη συναινετικές πράξεις. Ο σεβασμός στα σεξουαλικά όρια είναι απαραίτητος. Η σεξουαλική επαφή δεν αποτελεί υποχρεωτική άσκηση και κανείς δεν χρειάζεται να αποδείξει κάτι μέσω του σώματός του.

Φαρμακευτική αγωγή και σεξουαλικές παρενέργειες
Ανάλογα με τη βαρύτητα των συμπτωμάτων, τις προτιμήσεις και την ανταπόκριση στη θεραπεία, ο γιατρός μπορεί να προτείνει φαρμακευτική αγωγή, συχνά με εκλεκτικούς αναστολείς επαναπρόσληψης σεροτονίνης, τους SSRI. Σε ορισμένες περιπτώσεις προτείνει συνδυασμό με CBT και ERP. Παράλληλα, αναλαμβάνει την παρακολούθηση της αγωγής.
Ορισμένα αντικαταθλιπτικά μπορούν να επηρεάσουν την επιθυμία, τη διέγερση ή τον οργασμό. Αν παρατηρήσετε μια αλλαγή, συζητήστε με τον γιατρό πότε άρχισε και πώς επηρεάζει τη ζωή σας. Έτσι, ο γιατρός μπορεί να αξιολογήσει πιθανές αιτίες και επιλογές αντιμετώπισης.
Μην αλλάζετε την αγωγή και μην τη διακόπτετε απότομα χωρίς ιατρική καθοδήγηση. Επιπλέον, μην αναβάλλετε από ντροπή τη συζήτηση για τη σεξουαλική υγεία: αποτελεί κανονικό μέρος της φροντίδας.
Πώς μπορεί να βοηθήσει ο σύντροφος
Η υποστήριξη ξεκινά με αναγνώριση της δυσφορίας: «Βλέπω ότι δυσκολεύεσαι και είμαι εδώ». Ωστόσο, δεν απαιτεί να απαντά ο σύντροφος σε κάθε αμφιβολία ή να συμμετέχει σε ελέγχους. Με θεραπευτική καθοδήγηση, το ζευγάρι μπορεί να συμφωνήσει πώς θα μειώνει σταδιακά τις επαναλαμβανόμενες διαβεβαιώσεις, με ευαισθησία και συνέπεια.
Ωστόσο, μια τέτοια συμφωνία δεν είναι άδεια για απότομη απόσυρση, ειρωνεία ή αδιαφορία. Ο σύντροφος συνεχίζει να ακούει πραγματικές ανάγκες, να εκφράζει τρυφερότητα και να συζητά όσα αφορούν τη σχέση. Παράλληλα, διατηρεί τα δικά του όρια και δεν αναλαμβάνει τον ρόλο του θεραπευτή.
Επιπλέον, χρειάζεται ελεύθερη συναίνεση σε κάθε σεξουαλική επαφή. Η υποστήριξη στη θεραπεία δεν δημιουργεί υποχρέωση για σεξ, ούτε για το άτομο με OCD ούτε για τον σύντροφό του.
Ένα καθημερινό παράδειγμα
Ας φανταστούμε έναν άνθρωπο που, ύστερα από μια τρυφερή στιγμή, αναρωτιέται αν ένιωσε αρκετή έλξη. Αρχίζει να συγκρίνει τη στιγμή με παλαιότερες εμπειρίες, διαβάζει άρθρα για τις σχέσεις και ζητά από τον σύντροφο να εξηγήσει τι παρατήρησε. Όσο περισσότερο ψάχνει, τόσο περισσότερες λεπτομέρειες βρίσκει να αμφισβητήσει. Το παράδειγμα αυτό δεν αποτελεί διάγνωση, αλλά δείχνει πώς μια προσπάθεια ανακούφισης μπορεί να γίνει επαναλαμβανόμενος κύκλος.
Ένας θεραπευτικός στόχος θα μπορούσε να είναι να αναγνωρίζει την παρόρμηση για έλεγχο και να επιλέγει, με καθοδήγηση, να μην αρχίζει άλλη μια ανασκόπηση. Για παράδειγμα, μπορεί να επιστρέψει σε μια κοινή δραστηριότητα, ακόμη κι αν η αμφιβολία παραμένει στο παρασκήνιο. Επομένως, η επιτυχία δεν εξαρτάται από το αν θα εμφανιστεί αμέσως το επιθυμητό συναίσθημα. Αφορά τη δυνατότητα να μη ρυθμίζει η αμφιβολία κάθε επόμενη κίνηση.
Μικρά βήματα που μπορούν να υποστηρίξουν τη θεραπεία
Ένα πρώτο βήμα είναι να παρατηρήσει κάποιος τη σειρά «σκέψη, άγχος, έλεγχος, προσωρινή ανακούφιση». Μια σύντομη καταγραφή μπορεί να βοηθήσει τη συζήτηση με τον θεραπευτή, αρκεί να μη μετατραπεί σε εξαντλητική καταγραφή κάθε σκέψης. Επομένως, το άτομο εστιάζει σε όσα κάνει για να εξασφαλίσει βεβαιότητα.
Στη συνέχεια το άτομο επιλέγει, μαζί με τον θεραπευτή, μια μικρή αλλαγή σε έναν συγκεκριμένο καταναγκασμό. Για παράδειγμα, μπορεί να περιορίσει μια επαναλαμβανόμενη αναζήτηση στο διαδίκτυο. Στη συνέχεια, θέτουν έναν ρεαλιστικό στόχο και αξιολογούν την προσπάθεια με βάση το συμφωνημένο πλάνο, χωρίς απαίτηση για τελειότητα.
Επιπλέον, ο ύπνος, η κίνηση και ο χρόνος για δραστηριότητες που έχουν νόημα προσφέρουν γενική υποστήριξη. Οι ασκήσεις χαλάρωσης μπορούν να βοηθούν την ευεξία, αλλά δεν αντικαθιστούν την ERP. Αν όμως το άτομο τις χρησιμοποιεί υποχρεωτικά κάθε φορά μέχρι να «σβήσει» μια σκέψη, χρειάζεται να εξετάσει με τον θεραπευτή μήπως έχουν γίνει άλλη μία τελετουργία.
Πρόοδος σημαίνει περισσότερη ελευθερία στην καθημερινότητα
Δεν αξιολογούμε τη βελτίωση μόνο με βάση τη συχνότητα των σκέψεων. Μπορεί να φαίνεται στο ότι το άτομο ξοδεύει λιγότερο χρόνο σε ελέγχους, επιστρέφει σε μια συζήτηση ή επιτρέπει στον εαυτό του μια ευχάριστη στιγμή χωρίς να την αναλύσει αμέσως μετά. Ωστόσο, οι δύσκολες ημέρες δεν ακυρώνουν την πρόοδο που έχει κάνει το άτομο.
Όταν η αλληλεπίδραση ανάμεσα στο OCD και τη σεξουαλικότητα προκαλεί επίμονη δυσφορία ή αποφυγή, αξίζει κάποιος να ζητήσει εξειδικευμένη βοήθεια. Παράλληλα, η ψυχοσεξουαλική υποστήριξη μπορεί να συμπληρώνει τη θεραπεία του OCD, όταν υπάρχουν δυσκολίες στην επιθυμία, στη λειτουργία ή στην επικοινωνία. Ο στόχος είναι μια ζωή και μια σχέση με περισσότερο χώρο για επιλογή, σύνδεση και σεβασμό.
Βιβλιογραφία και πηγές
- NICE. (2005). Obsessive-compulsive disorder and body dysmorphic disorder: treatment. Clinical guideline CG31, Recommendations.
- National Institute of Mental Health. Obsessive-Compulsive Disorder: When Unwanted Thoughts or Repetitive Behaviors Take Over.
- Penzel, F. (2007). How Do I Know I’m Not Really Gay/Straight? International OCD Foundation.
- Pozza, A., Marazziti, D., Mucci, F., Angelo, N. L., Prestia, D., & Dèttore, D. (2021). Sexual response in obsessive-compulsive disorder: the role of obsessive beliefs. CNS Spectrums, 26(5), 528–537.
- Humble, M. B., & Bejerot, S. (2016). Orgasm, Serotonin Reuptake Inhibition, and Plasma Oxytocin in Obsessive-Compulsive Disorder. Gleaning From a Distant Randomized Clinical Trial. Sexual Medicine, 4(3), e145–e155.
- NHS. Sertraline: an antidepressant medicine.

