Χαμηλή σεξουαλική επιθυμία στους άνδρες: αξιολόγηση και θεραπευτικό πλάνο
Η σεξουαλική επιθυμία δεν παραμένει σταθερή σε όλη τη ζωή. Μπορεί να αλλάζει ανάλογα με την υγεία, την ψυχική κατάσταση, τη σχέση, την κούραση, τα φάρμακα και το πλαίσιο της επαφής. Για ορισμένους άνδρες η μείωση είναι προσωρινή και δεν τους ενοχλεί. Για άλλους προκαλεί ανησυχία, απομάκρυνση από τη σύντροφο ή αίσθηση ότι «κάτι δεν πάει καλά».
Η χαμηλή επιθυμία δεν μετριέται με έναν σωστό αριθμό επαφών. Έχει σημασία αν αποτελεί αλλαγή για τον συγκεκριμένο άνθρωπο, αν επιμένει, αν προκαλεί προσωπική δυσφορία και αν δεν εξηγείται καλύτερα από άλλη κατάσταση. Η διαφορά επιθυμίας μέσα στο ζευγάρι είναι διαφορετικό ζήτημα: ο ένας μπορεί να θέλει συχνότερα σεξ χωρίς ο άλλος να έχει διαταραχή.
Το άρθρο χρησιμοποιεί μια σύνθετη, υποθετική περίπτωση και δεν παρουσιάζει πραγματικό θεραπευόμενο. Δείχνει πώς γίνεται μια βιοψυχοκοινωνική αξιολόγηση και πώς οργανώνεται ένα συνεργατικό πλάνο, χωρίς να θεωρείται εκ των προτέρων ότι η αιτία είναι ορμονική, ψυχολογική ή σχεσιακή.

Τι εννοούμε με τον όρο χαμηλή επιθυμία
Η σεξουαλική επιθυμία μπορεί να περιλαμβάνει σκέψεις και φαντασιώσεις, ενδιαφέρον για σεξουαλική δραστηριότητα, πρωτοβουλία και ανταπόκριση σε ερωτικά ερεθίσματα. Δεν εμφανίζεται πάντα αυθόρμητα. Μερικές φορές αναπτύσσεται αφού αρχίσει μια ευχάριστη, ασφαλής επαφή, χωρίς πίεση. Αυτή η ανταποκρινόμενη επιθυμία δεν είναι κατώτερη από την αυθόρμητη.
Οι σύγχρονες ταξινομήσεις περιγράφουν διαταραχή μειωμένης σεξουαλικής επιθυμίας όταν η απουσία ή σημαντική μείωση επιμένει για μήνες και συνοδεύεται από κλινικά σημαντική προσωπική δυσφορία. Χρειάζεται να εξεταστεί αν αποτελεί συνέπεια σοβαρής έντασης στη σχέση, άλλης ψυχικής ή σωματικής κατάστασης, φαρμάκου ή ουσίας. Η διάγνωση δεν γίνεται από ένα διαδικτυακό τεστ ούτε από σύγκριση με τους φίλους.
Η υποθετική περίπτωση του Κώστα
Ο Κώστας είναι 42 ετών και βρίσκεται σε σχέση δώδεκα χρόνων. Τους τελευταίους οκτώ μήνες σπάνια σκέφτεται το σεξ και αποφεύγει να πάρει πρωτοβουλία. Η σύντροφός του ερμηνεύει την απόσταση ως απόρριψη. Εκείνος ντρέπεται και αλλάζει θέμα. Όταν τελικά κάνουν σεξ, μερικές φορές ανταποκρίνεται και το απολαμβάνει, αλλά η προσδοκία ότι «πρέπει να έχει όρεξη» τον αγχώνει.
Στο ίδιο διάστημα ανέλαβε περισσότερες ευθύνες στη δουλειά, κοιμάται λιγότερο και έχει μειώσει τη σωματική δραστηριότητα. Λαμβάνει αντικαταθλιπτικό που ξεκίνησε πριν από έξι μήνες. Δεν αναφέρει πόνο, αλλά περιστασιακά φοβάται ότι η στύση του δεν θα διατηρηθεί. Δεν έχει κάνει πρόσφατο ιατρικό έλεγχο.
Το παράδειγμα δεν οδηγεί σε μία άμεση αιτία. Η εργασία, ο ύπνος, η διάθεση, η φαρμακευτική αγωγή, το άγχος επίδοσης και η δυναμική του ζευγαριού μπορεί να αλληλεπιδρούν. Χρειάζεται να διερευνηθεί αν η μείωση είναι γενικευμένη ή εμφανίζεται μόνο στη συγκεκριμένη σχέση, αν υπάρχει επιθυμία στον αυνανισμό ή στις φαντασιώσεις και πώς ήταν η σεξουαλική ζωή πριν από την αλλαγή.

Ιατρική και φαρμακευτική αξιολόγηση
Μια νέα ή επίμονη μείωση της επιθυμίας χρειάζεται ιατρική αξιολόγηση, ιδιαίτερα όταν συνοδεύεται από κόπωση, αλλαγές στη διάθεση, προβλήματα στύσης, μεταβολές βάρους, πόνο ή άλλα συμπτώματα. Το ιστορικό μπορεί να περιλαμβάνει διαβήτη, καρδιαγγειακή νόσο, παθήσεις θυρεοειδούς, υπνική άπνοια, νευρολογικές καταστάσεις, χρήση αλκοόλ ή ουσιών και προηγούμενες θεραπείες.
Οι κατευθυντήριες οδηγίες συστήνουν μέτρηση πρωινής ολικής τεστοστερόνης σε άνδρες που αναφέρουν μειωμένη επιθυμία. Ένα μεμονωμένο αποτέλεσμα δεν αρκεί για διάγνωση υπογοναδισμού. Η ερμηνεία γίνεται μαζί με συμπτώματα και, όταν χρειάζεται, επαναληπτικές ή άλλες εξετάσεις. Μπορεί επίσης να χρειαστεί έλεγχος προλακτίνης, θυρεοειδούς ή άλλων δεικτών, ανάλογα με το ιστορικό.
Αντικαταθλιπτικά, ορισμένα αντιυπερτασικά, οπιοειδή, ορμονικές θεραπείες και άλλα φάρμακα μπορούν να επηρεάσουν την επιθυμία ή τη σεξουαλική λειτουργία. Η αγωγή δεν διακόπτεται ούτε αλλάζει χωρίς τον γιατρό που την παρακολουθεί. Συχνά υπάρχουν επιλογές, αλλά η απόφαση πρέπει να σταθμίζει οφέλη και κινδύνους.
Η τεστοστερόνη δεν είναι γενικό «ενισχυτικό λίμπιντο». Μπορεί να ωφελήσει άνδρες με επιβεβαιωμένο υπογοναδισμό και ιατρική παρακολούθηση. Η ακατάλληλη χρήση μπορεί να έχει ανεπιθύμητες ενέργειες, να επηρεάσει τη γονιμότητα και να καθυστερήσει την αναγνώριση της πραγματικής αιτίας.
Επιθυμία, διέγερση, στύση και οργασμός δεν είναι το ίδιο
Η επιθυμία αφορά το ενδιαφέρον ή το κίνητρο για σεξουαλική δραστηριότητα. Η διέγερση είναι η ψυχική και σωματική ανταπόκριση σε ένα ερέθισμα. Η στύση είναι αγγειακή και νευρολογική λειτουργία, ενώ ο οργασμός αποτελεί διαφορετική εμπειρία. Αυτές οι πλευρές συχνά συνεργάζονται, αλλά δεν κινούνται πάντοτε μαζί. Ένας άνδρας μπορεί να έχει στύση χωρίς να επιθυμεί σεξ ή να επιθυμεί επαφή και να δυσκολεύεται με τη στύση.
Η διάκριση βοηθά την αξιολόγηση. Αν το κύριο πρόβλημα είναι ο φόβος απώλειας της στύσης, η αποφυγή μπορεί να μοιάζει με χαμηλή επιθυμία ενώ στην πραγματικότητα προστατεύει από το άγχος επίδοσης. Αν υπάρχει επιθυμία και διέγερση αλλά δυσκολία στον οργασμό, χρειάζεται άλλη διερεύνηση. Αν έχουν μειωθεί συνολικά το ενδιαφέρον, οι φαντασιώσεις και η ανταπόκριση, εξετάζονται οι παράγοντες που σχετίζονται ειδικότερα με την επιθυμία.
Είναι επίσης χρήσιμο να ρωτηθεί τι σημαίνει «σεξ» για το ζευγάρι. Αν θεωρείται μόνο η διείσδυση με σταθερή στύση και οργασμό, κάθε επαφή γίνεται τεστ. Η διεύρυνση του ερωτικού ρεπερτορίου μπορεί να μειώσει την πίεση και να επιτρέψει την εμφάνιση ανταποκρινόμενης επιθυμίας, χωρίς να παρουσιάζεται ως υποχρέωση ή γρήγορη λύση.
Ψυχολογικοί και σχεσιακοί παράγοντες
Η κατάθλιψη μπορεί να μειώσει το ενδιαφέρον και την ικανότητα για ευχαρίστηση, ενώ το άγχος κρατά την προσοχή σε απειλές και υποχρεώσεις. Το άγχος επίδοσης δημιουργεί έναν φαύλο κύκλο: ο άνδρας ανησυχεί αν θα έχει στύση ή αν θα ικανοποιήσει τη σύντροφο, αποφεύγει την επαφή και η αποφυγή αυξάνει την πίεση στην επόμενη φορά. Η ντροπή αφήνει τη σύντροφο να συμπληρώνει τα κενά με δικές της ερμηνείες.
Στη σχέση μπορεί να υπάρχουν χρόνια σύγκρουση, θυμός, έλλειψη ιδιωτικότητας, άνιση κατανομή ευθυνών, απώλεια εμπιστοσύνης ή σεξ προσανατολισμένο στην επίδοση. Η χαμηλή επιθυμία μπορεί να είναι αντίδραση σε πίεση, όχι απόδειξη ότι η αγάπη τελείωσε. Αν υπάρχει εξαναγκασμός, φόβος ή κακοποίηση, η κοινή θεραπεία μπορεί να μην είναι ασφαλής και προέχει η ατομική υποστήριξη.
Πολλοί άνδρες έχουν μάθει ότι πρέπει να θέλουν πάντα σεξ, να ξεκινούν την επαφή και να μη δείχνουν αβεβαιότητα. Όταν η επιθυμία μειώνεται, μπορεί να το βιώσουν ως απώλεια ανδρισμού. Η αποδόμηση αυτού του μύθου μειώνει τη ντροπή και επιτρέπει πιο ακριβή διερεύνηση.
Δόμηση υπόθεσης: ένας προσωρινός χάρτης
Η δόμηση υπόθεσης συγκεντρώνει όσα μπορεί να προηγήθηκαν της δυσκολίας, τι την ενεργοποίησε, τι τη διατηρεί και ποιοι παράγοντες μπορούν να στηρίξουν την αλλαγή. Δεν είναι ετυμηγορία ούτε τρόπος να κατηγορηθεί ο άνθρωπος ή η σύντροφός του. Αναθεωρείται όταν προκύπτουν νέα δεδομένα.
Για τον Κώστα, προδιαθεσιακοί παράγοντες μπορεί να είναι η δυσκολία να μιλά για ευαλωτότητα και η πεποίθηση ότι ο άνδρας οφείλει να είναι πάντα διαθέσιμος. Εκλυτικοί παράγοντες μπορεί να είναι η αύξηση της εργασιακής πίεσης και η έναρξη φαρμάκου. Παράγοντες διατήρησης είναι ο λίγος ύπνος, η αποφυγή συζήτησης, η πίεση για αυθόρμητη επιθυμία και ο φόβος αποτυχίας.
Προστατευτικοί παράγοντες είναι ότι το ζευγάρι επιθυμεί να παραμείνει κοντά, ο Κώστας μπορεί ακόμη να απολαμβάνει την επαφή όταν χαλαρώνει και είναι πρόθυμος να ζητήσει βοήθεια. Αυτά οδηγούν σε πλάνο που συνδυάζει ιατρική διερεύνηση, φροντίδα ύπνου και διάθεσης, μείωση της πίεσης και καλύτερη επικοινωνία.

Ένα συνεργατικό θεραπευτικό πλάνο
1. Ιατρικός έλεγχος. Ο Κώστας συζητά με γιατρό το ιστορικό, τα συμπτώματα και την αγωγή του. Οποιαδήποτε εξέταση ή αλλαγή θεραπείας αποφασίζεται με βάση τα ευρήματα. Αν υπάρχει ενδοκρινικό ή άλλο σωματικό αίτιο, αντιμετωπίζεται παράλληλα με τους ψυχολογικούς και σχεσιακούς παράγοντες.
2. Ψυχοεκπαίδευση. Μαθαίνει ότι η επιθυμία είναι ευαίσθητη στο πλαίσιο και ότι η ανταποκρινόμενη επιθυμία είναι συνηθισμένη. Ο στόχος δεν είναι να αναγκάζει τον εαυτό του να αισθάνεται κάτι, αλλά να αναγνωρίζει τις συνθήκες που διευκολύνουν ή εμποδίζουν το ενδιαφέρον.
3. Φροντίδα ψυχικής υγείας. Εξετάζονται η διάθεση, το άγχος, ο ύπνος και η εργασιακή εξουθένωση. Αν υπάρχει κατάθλιψη ή αγχώδης διαταραχή, αντιμετωπίζεται κατάλληλα. Η θεραπεία βοηθά να αμφισβητηθούν απόλυτες σκέψεις για την ανδρική επίδοση.
4. Επικοινωνία στο ζευγάρι. Αντί για κατηγορίες, οι σύντροφοι περιγράφουν την εμπειρία τους: «Μου λείπει η επαφή» και «Νιώθω πίεση και φοβάμαι ότι θα σε απογοητεύσω». Συμφωνούν ότι κανείς δεν χρωστά σεξ και ότι μια πρόσκληση μπορεί να απαντηθεί με «όχι» χωρίς τιμωρία ή απόσυρση αγάπης.
5. Επαναπροσέγγιση χωρίς επίδοση. Με κατάλληλη καθοδήγηση, μπορεί να χρησιμοποιηθούν ασκήσεις αισθητηριακής εστίασης. Για ένα διάστημα η επαφή δεν έχει υποχρεωτικό στόχο τη διείσδυση, τη στύση ή τον οργασμό. Οι σύντροφοι παρατηρούν τι είναι ευχάριστο, τι δημιουργεί ένταση και πότε χρειάζεται παύση.
6. Διεύρυνση του ερωτικού σεναρίου. Το ζευγάρι εξετάζει χρόνο, ιδιωτικότητα, πρωτοβουλία, ρυθμό και μορφές επαφής. Μπορεί να προγραμματίζει χώρο για οικειότητα χωρίς να προγραμματίζει υποχρεωτικό σεξ. Η καινοτομία επιλέγεται από κοινού.
Πώς παρακολουθείται η πρόοδος
Η πρόοδος δεν μετριέται μόνο από τη συχνότητα του σεξ. Μπορεί να φαίνεται ως λιγότερη ντροπή, πιο ανοιχτή επικοινωνία, καλύτερος ύπνος, μεγαλύτερη δυνατότητα να αναγνωρίζει ο Κώστας τι τον διεγείρει και επαφές που γίνονται με περισσότερη επιλογή. Αν η επιθυμία δεν αυξηθεί πολύ αλλά μειωθεί η σύγκρουση και βρεθεί ένας αμοιβαία αποδεκτός τρόπος οικειότητας, αυτό μπορεί να είναι ουσιαστική αλλαγή.
Οι στόχοι επανεξετάζονται. Αν η χαμηλή επιθυμία επιμένει παρά την αντιμετώπιση των εμφανών παραγόντων, χρειάζεται νέα αξιολόγηση αντί για περισσότερη πίεση. Μπορεί να χρειαστεί συνεργασία ουρολόγου ή ενδοκρινολόγου, ψυχιάτρου, ψυχολόγου και ειδικού στη σεξουαλική υγεία.
Απότομη αλλαγή επιθυμίας, έντονη κόπωση, συμπτώματα κατάθλιψης, νέα προβλήματα στύσης, πόνος ή άλλα σωματικά συμπτώματα χρειάζονται ιατρική συμβουλή. Αν υπάρχουν σκέψεις αυτοκτονίας ή άμεσος κίνδυνος, απαιτείται επείγουσα βοήθεια. Η σεξουαλική δυσκολία δεν πρέπει να απομονώνεται από τη συνολική υγεία.
Τι γνωρίζουμε για την αποτελεσματικότητα
Οι οδηγίες για τη χαμηλή επιθυμία στους άνδρες δίνουν έμφαση στη διερεύνηση οργανικών, ορμονικών, ψυχολογικών και σχεσιακών παραγόντων. Η θεραπεία της επιβεβαιωμένης ανεπάρκειας τεστοστερόνης μπορεί να βελτιώσει την επιθυμία σε υπογοναδικούς άνδρες, αλλά δεν αναμένεται το ίδιο όφελος όταν τα επίπεδα είναι φυσιολογικά. Οι παρεμβάσεις χρειάζεται να στοχεύουν στην αιτία και να παρακολουθούνται ιατρικά.
Για τη διαφορά επιθυμίας στο ζευγάρι, η Ευρωπαϊκή Εταιρεία Σεξουαλικής Ιατρικής προτείνει να μειώνεται η δυσφορία και η απόδοση ευθύνης, να διευρύνεται η κατανόηση της σεξουαλικότητας και να ενισχύεται η επικοινωνία. Επισημαίνει ότι δεν υπάρχει ένα ολοκληρωμένο πρόγραμμα που ταιριάζει σε όλα τα ζευγάρια. Αυτό κάνει την εξατομίκευση απαραίτητη.
Στην υποθετική περίπτωση, η καλύτερη πορεία δεν είναι να διαλέξουμε ανάμεσα σε «ορμόνες» και «ψυχολογία». Είναι να εξετάσουμε συστηματικά όλα τα επίπεδα, να διορθώσουμε όσα είναι τροποποιήσιμα και να συμφωνήσουμε στόχους που έχουν νόημα για τον Κώστα και τη σύντροφό του. Η επιθυμία δεν επιβάλλεται· δημιουργούνται οι συνθήκες όπου μπορεί να εμφανιστεί.
Βιβλιογραφία και πηγές
- Corona, G., et al. (2025). Hormonal regulation of men’s sexual desire, arousal, and penile erection: recommendations from the Fifth International Consultation on Sexual Medicine (ICSM 2024). Sexual Medicine Reviews, 13(4), 433–461.
- Parish, S. J., et al. (2026). Definitions, classification, and epidemiology of sexual dysfunction: a consensus statement from the Fifth International Consultation on Sexual Medicine 2024. Sexual Medicine Reviews.
- European Association of Urology. Low Sexual Desire and Male Hypoactive Sexual Desire Disorder.
- Jodoin, M., et al. (2020). Sexual Desire Discrepancy: A Position Statement of the European Society for Sexual Medicine. Sexual Medicine, 8(2), 121–131.
- American Psychiatric Association. Highlights of Changes from DSM-IV-TR to DSM-5: Sexual Dysfunctions.

