Η προβολική ταύτιση είναι ένας ψυχαναλυτικός όρος που επιχειρεί να περιγράψει πώς δύσκολα συναισθήματα και προσδοκίες μπορούν να μπουν στη σχέση μας με έναν άλλον άνθρωπο. Η έννοια είναι σύνθετη, αλλά το καθημερινό ερώτημα που ανοίγει είναι απλό: «Τι συμβαίνει μεταξύ μας και καταλήγουμε ξανά στους ίδιους ρόλους;».
Πρόκειται για έναν θεωρητικό τρόπο κατανόησης. Δεν είναι διάγνωση ούτε απόδειξη ότι γνωρίζουμε τις ασυνείδητες προθέσεις κάποιου.

Η βασική ιδέα, με απλά λόγια
Στην ψυχαναλυτική προσέγγιση, ένα άτομο μπορεί να δυσκολεύεται να αναγνωρίσει ορισμένες πλευρές ή συναισθήματα ως δικά του και να τα αποδίδει στον άλλον. Η διαδικασία μπορεί να συνοδεύεται από συμπεριφορές που επηρεάζουν τον τρόπο με τον οποίο ανταποκρίνεται εκείνος. Ωστόσο, οι θεωρητικοί δεν περιγράφουν όλοι την έννοια με ακριβώς τον ίδιο τρόπο.[1]
Αυτό δεν σημαίνει ότι ένα συναίσθημα μεταφέρεται κυριολεκτικά από τον έναν άνθρωπο στον άλλον. Οι αντιδράσεις μας διαμορφώνονται από τη δική μας ιστορία, την παρούσα κατάσταση και τη συμπεριφορά και των δύο.
Γιατί ο όρος περιέχει και την «ταύτιση»;
Στις διαπροσωπικές περιγραφές της έννοιας, η προσοχή δεν μένει μόνο σε αυτό που υποθέτει ο ένας για τον άλλον. Στρέφεται και στο πώς η αλληλεπίδραση μπορεί να οδηγήσει τον άλλον να αισθανθεί ή να συμπεριφερθεί μέσα σε έναν συγκεκριμένο ρόλο. Αυτή είναι μια χρήσιμη εισαγωγή, αλλά δεν καλύπτει όλες τις ψυχαναλυτικές χρήσεις του όρου. Στην κλαϊνική παράδοση, η προβολή και η προβολική ταύτιση δεν διαχωρίζονται πάντα με τον ίδιο τρόπο.[1]
Για έναν αναγνώστη που δεν είναι ειδικός, δεν είναι απαραίτητο να απομνημονεύσει μια σειρά θεωρητικών σταδίων. Περισσότερο νόημα έχει να διατηρήσει τη διάκριση ανάμεσα σε δύο ερωτήματα: «Τι φαντάζομαι για τον άλλον;» και «Πώς του φέρομαι με βάση αυτή την εικόνα;». Το δεύτερο ερώτημα μάς φέρνει πιο κοντά σε συμπεριφορές που μπορούμε να παρατηρήσουμε και να συζητήσουμε.
Ένα παράδειγμα από τη σχέση
Στο παρακάτω υποθετικό παράδειγμα, ο Αλέξης φοβάται ότι δεν είναι αρκετά ικανός, αλλά δυσκολεύεται να το παραδεχτεί. Αναλαμβάνει κάθε απόφαση και διορθώνει συνεχώς τη σύντροφό του. Εκείνη αρχίζει να διστάζει και να ζητά τη γνώμη του ακόμη και για μικρά πράγματα. Εκείνος σκέφτεται: «Χωρίς εμένα δεν μπορεί να κάνει τίποτα».
Μια πιθανή ψυχαναλυτική ανάγνωση είναι ότι η δική του δυσκολία με την αδυναμία οργανώνει τους ρόλους του «ικανού» και του «ανίκανου». Δεν είναι η μοναδική εξήγηση. Το παρατηρήσιμο γεγονός είναι ότι η συνεχής διόρθωση περιορίζει τον χώρο της συντρόφου του.
Αν σταθούμε λίγο περισσότερο στο παράδειγμα, βλέπουμε ότι η σύντροφος του Αλέξη δεν ξεκίνησε απαραίτητα με αμφιβολία για κάθε απόφασή της. Όταν όμως μια επιλογή διορθώνεται διαρκώς, μπορεί να προτιμά να ρωτήσει εκ των προτέρων για να αποφύγει άλλη κριτική. Έτσι ο Αλέξης βλέπει όλο και συχνότερα τη συμπεριφορά που θεωρεί απόδειξη της αρχικής του άποψης. Η δική του συμβολή στον κύκλο μένει εκτός εικόνας.
Μια αλλαγή θα μπορούσε να ξεκινήσει από κάτι συγκεκριμένο: να συμφωνήσουν ότι ο καθένας αναλαμβάνει ορισμένες αποφάσεις χωρίς διαρκή επίβλεψη. Ο Αλέξης μπορεί να παρατηρήσει τι αισθάνεται όταν δεν διορθώνει αμέσως. Η σύντροφός του μπορεί, εφόσον είναι ασφαλές, να εκφράσει ότι θέλει χώρο να ολοκληρώνει μια επιλογή. Δεν χρειάζεται να συμφωνήσουν πρώτα σε μια ψυχαναλυτική ερμηνεία για να αναγνωρίσουν ότι ο τρόπος επικοινωνίας τούς δυσκολεύει.
Αν υπάρχει συστηματικός εκφοβισμός ή έλεγχος, όμως, το ζήτημα δεν είναι απλώς να προσπαθήσουν «και οι δύο εξίσου». Η συμμετοχή σε μια σχέση δεν συνεπάγεται ίση ευθύνη για κάθε βλαπτική συμπεριφορά. Η ευθύνη για την υποτίμηση ανήκει σε εκείνον που την ασκεί, ακόμη κι όταν επιχειρούμε να κατανοήσουμε βαθύτερα πώς δημιουργήθηκε το μοτίβο.

Δεν εξηγούμε κάθε σύγκρουση με μια προβολή
Το ότι νιώθουμε θυμό, αμηχανία ή ανεπάρκεια κοντά σε κάποιον δεν αποδεικνύει ότι εκείνος «μας έβαλε» αυτά τα συναισθήματα. Μπορεί να αντιδρούμε σε πραγματική κριτική, σε ένα δικό μας άγχος ή σε συνδυασμό παραγόντων.
Επίσης, η αναζήτηση ενός ασυνείδητου μηχανισμού δεν πρέπει να καλύπτει τον έλεγχο ή την κακοποίηση. Κάθε άνθρωπος παραμένει υπεύθυνος για τις πράξεις του. Η δυσκολία ενός συντρόφου δεν δικαιολογεί την υποτίμηση από τον άλλον.
Μια υπόθεση χρειάζεται χώρο και για διάψευση
Ας υποθέσουμε ότι πιστεύετε πως ένας φίλος σάς βλέπει ως αδιάφορο και ότι, μέσα από συνεχείς κατηγορίες, σας κάνει να απομακρύνεστε. Πριν θεωρήσετε ότι καταλάβατε όλο τον μηχανισμό, αναρωτηθείτε αν υπάρχουν και πραγματικές παραλείψεις από τη δική σας πλευρά. Μήπως ακυρώσατε επανειλημμένα χωρίς εξήγηση; Μήπως οι προσδοκίες σας για τη φιλία διαφέρουν; Μια ερμηνεία είναι χρήσιμη μόνο αν μπορεί να συνυπάρξει με νέες πληροφορίες.
Αν κάθε απάντηση του άλλου θεωρείται επιβεβαίωση της θεωρίας μας, η συζήτηση παγιδεύεται. Το «αν διαφωνείς, αποδεικνύεις ότι αμύνεσαι» δεν του αφήνει τρόπο να ακουστεί. Είναι πιο ανοιχτό να πούμε: «Αναρωτιέμαι μήπως συμβαίνει αυτό, αλλά μπορεί να μην έχω καταλάβει σωστά». Έτσι η ψυχολογική σκέψη παραμένει προσπάθεια κατανόησης και δεν γίνεται τρόπος να έχουμε πάντα δίκιο.
Τι σημαίνει αυτό μέσα στην ψυχοθεραπεία;
Ο θεραπευτής μπορεί να παρατηρεί τα συναισθήματα που εμφανίζονται στη συνάντηση και να τα χρησιμοποιεί ως αφορμή για σκέψη. Δεν τα αντιμετωπίζει ως αλάνθαστη ένδειξη για τον ψυχισμό του θεραπευόμενου.
Αν κάποιος πει «δεν νιώθω ότι με βοηθάτε», χρειάζεται πρώτα να ακουστεί το παράπονο. Μπορεί πράγματι να υπάρχει αστοχία, έλλειψη κατανόησης ή θεραπευτική προσέγγιση που δεν ταιριάζει. Δεν είναι σωστό κάθε αμφισβήτηση να ερμηνεύεται ως άμυνα του θεραπευόμενου.
Και ο θεραπευτής επηρεάζει την αλληλεπίδραση
Στο παράδειγμα του παραπόνου, ο θεραπευτής μπορεί να νιώσει πίεση να αποδείξει ότι είναι βοηθητικός. Αν αρχίσει να δίνει βιαστικά πολλές συμβουλές, ίσως χαθεί ακόμη περισσότερο αυτό που ο θεραπευόμενος προσπαθεί να πει. Μια πιο διερευνητική απάντηση θα μπορούσε να είναι: «Σε ποια στιγμή αισθανθήκατε ότι δεν σας κατάλαβα; Τι θα θέλατε να είχα ακούσει διαφορετικά;». Το παράπονο γίνεται τότε συγκεκριμένο υλικό για τη θεραπεία.
Ο επαγγελματίας χρειάζεται να εξετάζει και τις δικές του προσδοκίες, ευαισθησίες και αντιδράσεις. Η εκπαίδευσή του δεν τον κάνει ουδέτερο παρατηρητή χωρίς προσωπική συμμετοχή. Η εποπτεία και η επανεξέταση της δουλειάς του μπορούν να προσφέρουν χώρο για αυτόν τον έλεγχο. Δεν είναι ευθύνη του θεραπευόμενου να τον καθησυχάζει ή να αποδέχεται κάθε ερμηνεία για να διατηρηθεί μια καλή θεραπευτική σχέση.
Μπορείτε να ζητήσετε να εξηγηθεί ένας όρος που σας χρησιμοποιεί ο θεραπευτής. Για παράδειγμα: «Τι εννοείτε με την προβολική ταύτιση στη δική μου περίπτωση; Ποιο περιστατικό σάς κάνει να το σκέφτεστε;». Μπορείτε επίσης να πείτε ότι η εξήγηση δεν σας ταιριάζει. Η διαφωνία χρειάζεται να μπορεί να συζητηθεί, αντί να αντιμετωπίζεται αυτομάτως ως κάτι που επιβεβαιώνει την ίδια ερμηνεία.

Τρεις ερωτήσεις που αφήνουν χώρο για κατανόηση
Αν μια αλληλεπίδραση επαναλαμβάνεται και σας δυσκολεύει, μπορείτε να αναρωτηθείτε:
- Τι ειπώθηκε ή έγινε συγκεκριμένα, πριν βγάλω συμπέρασμα για τον χαρακτήρα του άλλου;
- Τι ένιωσα και πώς αντέδρασα εγώ;
- Ποια ανάγκη ή διαφωνία δεν καταφέραμε να εκφράσουμε καθαρά;
Για παράδειγμα, το «όταν διορθώνεις κάθε απόφασή μου, δυσκολεύομαι να μιλήσω» δίνει πιο συγκεκριμένο υλικό για συζήτηση από το «μου προβάλλεις την ανεπάρκειά σου».
Όρια στις σχέσεις: Γιατί δυσκολευόμαστε και πώς ξεκινάμε
Από μια γενική εντύπωση σε ένα συγκεκριμένο περιστατικό
Μπορείτε να δοκιμάσετε την εξής σύντομη καταγραφή: «Όταν πρότεινα κάτι, το απέρριψε χωρίς να με αφήσει να τελειώσω. Ένιωσα μικρός και θυμωμένος. Σταμάτησα να μιλάω. Αργότερα με ρώτησε γιατί δεν συμμετέχω». Εδώ έχουμε μια αλληλουχία γεγονότων, συναισθημάτων και αντιδράσεων. Δεν έχουμε ακόμη απόδειξη για το τι βρίσκεται ασυνείδητα μέσα στον άλλον.
Το επόμενο ερώτημα μπορεί να είναι: «Ποιο σημείο αυτής της αλληλουχίας θέλω να εκφράσω διαφορετικά;». Ίσως θέλετε να πείτε ότι χρειάζεστε να ολοκληρώνετε την πρότασή σας πριν απαντήσει. Ίσως θέλετε να εξηγήσετε ότι η σιωπή σας δεν σημαίνει συμφωνία. Μια συγκεκριμένη αλλαγή στην επικοινωνία δίνει περισσότερη σαφήνεια από μια συζήτηση για το ποιος προβάλλει τι σε ποιον.
Αυτή η παρατήρηση δεν χρειάζεται να μετατραπεί σε συνεχή αυτοεξέταση. Δεν οφείλετε να αναλύετε κάθε συναίσθημα πριν δικαιούστε να βάλετε ένα όριο. Αν μια συμπεριφορά σας πληγώνει, μπορείτε να την ονομάσετε ακόμη κι αν δεν γνωρίζετε όλες τις αιτίες της. Η κατανόηση και η προστασία του προσωπικού σας χώρου μπορούν να προχωρούν μαζί.
Από την ερμηνεία στην επικοινωνία
Η προβολική ταύτιση μπορεί να είναι χρήσιμη έννοια μέσα σε ένα προσεκτικό θεραπευτικό πλαίσιο. Στην καθημερινή ζωή, μεγαλύτερη σημασία έχει να μπορούμε να αναγνωρίζουμε τις συμπεριφορές, να ακούμε τις διαφορετικές εμπειρίες και να αναλαμβάνουμε το μέρος της ευθύνης που μας αναλογεί.
Μια ψυχολογική έννοια βοηθά όταν ανοίγει τη συζήτηση. Όταν γίνεται κατηγορία, μπορεί να την κλείσει.
Πότε αξίζει να ζητήσετε βοήθεια;
Αν καταλήγετε συχνά σε ρόλους που σας στενεύουν, όπως του μόνιμα υπεύθυνου, του ανίκανου ή εκείνου που πάντα φταίει, μπορεί να έχει νόημα να το διερευνήσετε στη θεραπεία. Περιγράψτε πώς εμφανίζεται ο ρόλος, τι αισθάνεστε ότι πρέπει να κάνετε και τι φοβάστε πως θα συμβεί αν αντιδράσετε διαφορετικά. Δεν χρειάζεται να γνωρίζετε τον σωστό επιστημονικό όρο για να ξεκινήσετε.
Στόχος δεν είναι να σταματήσετε να επηρεάζεστε από τους άλλους. Στις σχέσεις επηρεαζόμαστε αναπόφευκτα και συχνά με τρόπους που μας βοηθούν. Το ζητούμενο είναι να υπάρχει περισσότερος χώρος για σκέψη, επιλογή και έκφραση, αντί να αισθάνεστε ότι πρέπει κάθε φορά να υποδυθείτε έναν ήδη αποφασισμένο ρόλο.

