Σε θέλω, αλλά δεν αντέχω να μείνω. Τι κρύβεται πίσω από τη διπολικότητα στις σχέσεις

Σε θέλω, αλλά δεν αντέχω να μείνω. Τι κρύβεται πίσω από τη διπολικότητα στις σχέσεις
Εισαγωγή

Υπάρχουν άνθρωποι που μπαίνουν σε μια σχέση με ένταση, βεβαιότητα και πάθος. Νιώθουν ότι αυτό είναι, ότι βρήκαν τον άνθρωπό τους, ότι επιτέλους κάτι κουμπώνει μέσα τους. Και όμως, λίγο καιρό μετά, χωρίς να έχει συμβεί κάτι δραματικό, όλα ανατρέπονται. Η επιθυμία σβήνει απότομα, η εγγύτητα γίνεται βάρος, η σκέψη της σχέσης προκαλεί άγχος ή αποστροφή. Εκεί που πριν υπήρχε βεβαιότητα, εμφανίζεται η ανάγκη για απόσταση ή χωρισμό.

Αυτή η εναλλαγή δεν είναι σπάνια. Και σίγουρα δεν σημαίνει ότι κάποιος είναι αναποφάσιστος, ανώριμος ή δεν ξέρει τι θέλει. Για πολλούς ανθρώπους, αυτή η διπλή εμπειρία, το έντονο θέλω και το εξίσου έντονο δεν θέλω, είναι κάτι που επαναλαμβάνεται σε διαδοχικές σχέσεις, συχνά με τον ίδιο ακριβώς τρόπο. Σαν να ζουν κάθε φορά την ίδια ιστορία με διαφορετικό πρόσωπο.

Το πιο δύσκολο κομμάτι είναι ότι οι ίδιοι οι άνθρωποι που το βιώνουν μπερδεύονται βαθιά. Νιώθουν ενοχή, ντροπή, θυμό με τον εαυτό τους. Αναρωτιούνται αν λένε ψέματα, αν εξαπατούν τους άλλους ή αν τελικά δεν είναι φτιαγμένοι για σχέσεις. Κάποιοι προσπαθούν να πιέσουν τον εαυτό τους να «μείνει», άλλοι φεύγουν απότομα για να ανακουφιστούν από το εσωτερικό χάος.

Στην πραγματικότητα, αυτή η εμπειρία δεν αφορά τόσο τη σχέση ή τον σύντροφο, όσο έναν εσωτερικό ψυχικό μηχανισμό που ενεργοποιείται όταν η εγγύτητα αρχίζει να γίνεται πραγματική. Δεν είναι πρόβλημα επιλογής ανθρώπων, αλλά τρόπος με τον οποίο το ψυχικό σύστημα προσπαθεί να προστατευτεί από κάτι που κάποτε πόνεσε.

Σε αυτό το άρθρο θα προσπαθήσουμε να κατανοήσουμε τι κρύβεται πίσω από αυτή τη διπολικότητα στο βίωμα της σχέσης. Όχι για να βάλουμε ταμπέλες, αλλά για να δώσουμε νόημα σε μια εμπειρία που πολλοί ζουν σιωπηλά και μόνοι.

Όταν η εγγύτητα γίνεται απειλή, γιατί από το σε θέλω περνάμε στο δεν αντέχω

Όταν κάποιος βιώνει επαναλαμβανόμενα αυτή την απότομη μεταστροφή από το «σε θέλω πολύ» στο «δεν σε θέλω καθόλου», αυτό που αλλάζει δεν είναι το συναίσθημα με τον τρόπο που το καταλαβαίνουμε συνειδητά. Αυτό που αλλάζει είναι το επίπεδο εγγύτητας που μπορεί να αντέξει το ψυχικό του σύστημα.

Στην αρχή μιας σχέσης, η εγγύτητα είναι ελεγχόμενη. Υπάρχει προσμονή, φαντασία, ιδανική εικόνα. Ο άλλος λειτουργεί ως καθρέφτης επιθυμίας, ανακούφισης, επιβεβαίωσης. Σε αυτή τη φάση, η σύνδεση δεν απειλεί ακόμη. Αντίθετα, ρυθμίζει το συναίσθημα, μειώνει το εσωτερικό κενό, δημιουργεί αίσθηση νοήματος. Η αγάπη βιώνεται έντονα, σχεδόν απόλυτα.

Όμως όσο η σχέση προχωρά και η εγγύτητα γίνεται πραγματική, όχι φαντασιακή, κάτι αρχίζει να αλλάζει. Η δέσμευση, η συναισθηματική έκθεση, η αίσθηση ότι «ο άλλος με χρειάζεται» ή ότι «εξαρτώμαι από τον άλλον», ενεργοποιούν βαθύτερους φόβους. Εκεί όπου για κάποιους ανθρώπους η εγγύτητα σημαίνει ασφάλεια, για άλλους σημαίνει απώλεια ελέγχου, πιθανό πόνο ή ακόμη και ψυχική απειλή.

Σε αυτό το σημείο, ο ψυχισμός δεν έχει την ικανότητα να κρατήσει δύο αλήθειες ταυτόχρονα, ότι μπορώ να αγαπώ κάποιον και παράλληλα να φοβάμαι. Αντί να βιωθεί αυτή η σύγκρουση, ενεργοποιείται ένας αμυντικός μηχανισμός διάσπασης. Το συναίσθημα «σπάει» στα δύο. Η προηγούμενη επιθυμία δεν εξαφανίζεται σταδιακά αλλά αποσυνδέεται απότομα. Και αυτό φέρνει την εμπειρία του δεν την θέλω πια.

Συχνά, αυτή η απόσυρση συνοδεύεται από απαξίωση, ψυχρότητα ή εσωτερική απομάκρυνση. Όχι επειδή ο άλλος άλλαξε, αλλά επειδή το να παραμείνει συναισθηματικά κοντά γίνεται αφόρητο. Η απόσταση λειτουργεί τότε σαν ανακούφιση. Μειώνει το άγχος, επαναφέρει τον έλεγχο, προστατεύει από έναν πόνο που μοιάζει δυσανάλογος αλλά είναι πολύ πραγματικός.

Αυτός ο μηχανισμός έχει συνήθως βαθιές ρίζες. Συχνά σχετίζεται με πρώιμες εμπειρίες όπου η εγγύτητα δεν ήταν ασφαλής. Όταν η φροντίδα ήταν ασυνεπής, όταν η αγάπη συνοδευόταν από απόρριψη, όταν η συναισθηματική ανάγκη δεν βρήκε σταθερή απάντηση. Τότε ο ψυχισμός μαθαίνει ότι το να πλησιάζεις πολύ μπορεί να πονέσει. Και μεγαλώνοντας, επαναλαμβάνει αυτό το μοτίβο, όχι από επιλογή, αλλά από μνήμη.

Έτσι, στις σχέσεις της ενήλικης ζωής, δημιουργείται ένα εσωτερικό εκκρεμές. Η ανάγκη για σύνδεση τραβά προς την εγγύτητα. Ο φόβος του τραύματος τραβά προς την απόσταση. Και ο άνθρωπος βιώνει αυτή τη διαρκή εναλλαγή, συχνά χωρίς να καταλαβαίνει γιατί.

Το σημαντικό εδώ είναι κάτι ουσιαστικό, αυτή η εμπειρία δεν σημαίνει ανικανότητα για αγάπη. Αντίθετα, συχνά σημαίνει βαθιά ανάγκη για αγάπη που δεν βρήκε ποτέ ασφαλές πλαίσιο να εκφραστεί.

Δεν άλλαξες εσύ, τρόμαξα εγώ

Για τον άνθρωπο που ζει αυτή τη διπολικότητα στις σχέσεις του, το πιο επώδυνο στοιχείο δεν είναι ο χωρισμός. Είναι η σύγχυση. Το αίσθημα ότι δεν μπορεί να εμπιστευτεί τον ίδιο του τον εαυτό. Εκεί που ένιωθε σίγουρος, ερωτευμένος, δοσμένος, ξαφνικά νιώθει άδειος ή πιεσμένος. Και το ερώτημα που επιστρέφει βασανιστικά είναι, Πώς γίνεται να άλλαξα τόσο;

Αυτή η εμπειρία συχνά συνοδεύεται από έντονη ενοχή. Πολλοί άνθρωποι κατηγορούν τον εαυτό τους ότι εξαπάτησαν τον σύντροφό τους, ότι είπαν μεγάλα λόγια χωρίς να τα εννοούν, ότι είναι ανίκανοι να σταθούν σε μια σχέση. Στην πραγματικότητα όμως, τη στιγμή που τα ένιωθαν, ήταν απολύτως αληθινά. Το πρόβλημα δεν είναι η έλλειψη συναισθήματος, αλλά η αδυναμία διάρκειας της εγγύτητας.

Μαζί με την ενοχή έρχεται συχνά και ο θυμός. Θυμός προς τον εαυτό, αλλά και προς τον άλλον. Ο σύντροφος μπορεί να αρχίσει να βιώνεται ως απαιτητικός, πιεστικός ή εξαρτητικός, ακόμη κι αν αντικειμενικά δεν έχει αλλάξει κάτι στη συμπεριφορά του. Αυτός ο θυμός λειτουργεί ασυνείδητα ως ένας ακόμη τρόπος να δημιουργηθεί απόσταση. Είναι πιο ανεκτό να θυμώσω, παρά να παραδεχτώ ότι φοβάμαι.

Υπάρχει έντονο άγχος. Άγχος εγκλωβισμού, άγχος απώλειας ελευθερίας, άγχος ότι αν μείνω, θα χαθώ. Το άγχος αυτό δεν αφορά μόνο τη σχέση, αλλά αγγίζει βαθύτερα υπαρξιακά επίπεδα, την ταυτότητα, τα όρια του εαυτού, την αίσθηση αυτενέργειας. Για κάποιον που μεγάλωσε χωρίς σταθερή συναισθηματική ασφάλεια, η πολύ κοντινή σχέση μπορεί να βιωθεί σαν απειλή διάλυσης.

Σε πιο βαθύ επίπεδο, αυτός ο εσωτερικός διχασμός συχνά συνδέεται με μια δυσκολία να αντέξει κανείς την εξάρτηση. Η ανάγκη για τον άλλον βιώνεται ως αδυναμία. Και τότε, για να προστατευτεί η εικόνα του εαυτού, η επιθυμία πρέπει να αποσυρθεί. Καλύτερα να μην θέλω, παρά να χρειάζομαι.

Έτσι, ο άνθρωπος παγιδεύεται σε έναν φαύλο κύκλο. Όταν είναι μόνος, αναζητά έντονα τη σύνδεση. Όταν συνδεθεί, φοβάται το βάθος της. Και όσο αυτό το μοτίβο δεν συνειδητοποιείται, επαναλαμβάνεται με διαφορετικά πρόσωπα, αλλά με το ίδιο ψυχικό σενάριο.

Όταν η εγγύτητα ξυπνά φόβο αντί για ασφάλεια

Για να κατανοήσουμε βαθύτερα αυτή τη διπολικότητα στις σχέσεις, χρειάζεται να στραφούμε λίγο πίσω, στις πρώτες εμπειρίες σύνδεσης. Εκεί όπου για πρώτη φορά μάθαμε τι σημαίνει εγγύτητα, τι σημαίνει ανάγκη και τι σημαίνει ασφάλεια. Ο τρόπος που σχετιστήκαμε με τους σημαντικούς άλλους της παιδικής μας ζωής δεν μένει στο παρελθόν, γίνεται εσωτερικό μοτίβο που επανενεργοποιείται στις ενήλικες σχέσεις.

Όταν η πρώιμη εγγύτητα ήταν ασταθής, απρόβλεπτη ή συναισθηματικά φορτισμένη, το παιδί έμαθε ότι η αγάπη μπορεί να πονά. Ότι ο άλλος μπορεί να είναι πηγή ανακούφισης αλλά και πηγή απώλειας. Έτσι, μέσα του συνυπάρχουν δύο αντιφατικά σήματα, σε χρειάζομαι και πρόσεχε, κινδυνεύεις. Αυτά τα σήματα δεν ενοποιούνται εύκολα, αλλά εναλλάσσονται.

Στην ενήλικη ζωή, όταν μια σχέση αρχίζει να γίνεται σημαντική, δεν ενεργοποιείται μόνο το παρόν. Ενεργοποιείται και το παρελθόν. Το σώμα και το συναίσθημα «θυμούνται» πριν προλάβει να σκεφτεί το μυαλό. Η εγγύτητα πυροδοτεί μια παλιά εμπειρία φόβου ή απώλειας, ακόμη κι αν η σημερινή σχέση είναι αντικειμενικά ασφαλής. Έτσι, ο άνθρωπος αντιδρά σε κάτι που μοιάζει με απειλή, χωρίς να μπορεί να το εξηγήσει λογικά.

Σε αυτό το πλαίσιο, η απότομη συναισθηματική απόσυρση δεν είναι ψυχρότητα ούτε ανευθυνότητα. Είναι μια μορφή αυτοπροστασίας. Ο ψυχισμός προσπαθεί να απομακρυνθεί από κάτι που βιώνει ως υπερβολικά επικίνδυνο, ακόμη κι αν εξωτερικά μοιάζει επιθυμητό. Η επιθυμία και ο φόβος δεν μπορούν να συνυπάρξουν, οπότε το σύστημα επιλέγει τη φυγή.

Πολλοί άνθρωποι με αυτό το μοτίβο έχουν μεγαλώσει μαθαίνοντας να προσαρμόζονται, να μην ζητούν πολλά, να είναι δυνατοί. Η εξάρτηση δεν είχε χώρο. Όταν λοιπόν μια ενήλικη σχέση τους φέρνει αντιμέτωπους με την ανάγκη τους για τον άλλον, αυτό βιώνεται σχεδόν σαν απώλεια της αυτονομίας ή της ταυτότητάς τους. Και τότε, το να απομακρυνθούν μοιάζει με επιστροφή στην ψυχική ισορροπία.

Εδώ είναι σημαντικό να ειπωθεί κάτι καθαρά, αυτό το μοτίβο δεν σημαίνει ότι κάποιος δεν θέλει πραγματικά σχέση. Σημαίνει ότι το νευρικό και συναισθηματικό του σύστημα δεν έχει μάθει ακόμη να νιώθει ασφαλές μέσα στην εγγύτητα. Και αυτό δεν αλλάζει με απόφαση ή σωστό σύντροφο. Αλλάζει μέσα από κατανόηση, επίγνωση και, συχνά, θεραπευτική δουλειά.

Και τελικά, δεν έφυγα από σένα, τρόμαξα από την εγγύτητα

Όταν κάποιος αρχίζει να αναγνωρίζει αυτό το μοτίβο μέσα του, συχνά έρχεται αντιμέτωπος με μια σκληρή σκέψη, Άρα κάτι δεν πάει καλά με μένα. Στην πραγματικότητα όμως, το να βλέπει κανείς αυτή τη διπολικότητα είναι ήδη ένα σημαντικό βήμα. Σημαίνει ότι αρχίζει να μετακινείται από την αυτοκατηγορία προς την κατανόηση.

Αυτό το μοτίβο δεν χρειάζεται να διορθωθεί. Χρειάζεται να γίνει κατανοητό. Για πολλούς ανθρώπους, η απόσταση στις σχέσεις υπήρξε κάποτε ο μόνος τρόπος να επιβιώσουν συναισθηματικά. Ήταν μια λύση, όχι ένα ελάττωμα. Το πρόβλημα δεν είναι ότι αυτή η λύση υπήρξε, αλλά ότι συνεχίζει να ενεργοποιείται σε καταστάσεις που πλέον δεν είναι ίδιες με το παρελθόν.

Η θεραπευτική διαδικασία, είτε μέσα σε ψυχοθεραπεία είτε μέσα από βαθύτερη προσωπική διεργασία, δεν στοχεύει στο να αναγκάσει κάποιον να μείνει σε μια σχέση. Στοχεύει στο να μπορέσει να μείνει σε επαφή με τον εαυτό του όταν η εγγύτητα τον φοβίζει. Να αντέξει λίγο περισσότερο το συναίσθημα, χωρίς να χρειάζεται να φύγει απότομα για να σωθεί.

Σημαντικό κομμάτι αυτής της δουλειάς είναι να μπορέσει κανείς να κρατήσει δύο αλήθειες ταυτόχρονα, ότι μπορεί να αγαπά και να φοβάται, ότι μπορεί να θέλει και να δυσκολεύεται, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι το ένα ακυρώνει το άλλο. Εκεί αρχίζει να χτίζεται μια πιο ώριμη και ενοποιημένη σχέση με τον άλλον, αλλά κυρίως με τον ίδιο τον εαυτό.

Για πολλούς ανθρώπους, η συνειδητοποίηση αυτού του μοτίβου φέρνει ανακούφιση. Όχι γιατί λύνονται όλα, αλλά γιατί επιτέλους κάτι αποκτά νόημα. Οι προηγούμενες σχέσεις παύουν να μοιάζουν με αποτυχίες και αρχίζουν να διαβάζονται ως επαναλήψεις μιας παλιάς ιστορίας που ζητά κατανόηση και όχι τιμωρία.

Η εγγύτητα δεν είναι δεδομένη ικανότητα. Είναι μια δεξιότητα που μαθαίνεται, συχνά αργά και με δυσκολία, ιδιαίτερα όταν κάποτε υπήρξε πηγή πόνου. Και αυτό σημαίνει ότι υπάρχει χώρος για αλλαγή. Όχι μέσα από πίεση, αλλά μέσα από ασφάλεια.

Και ίσως το πιο σημαντικό, το γεγονός ότι κάποιος δυσκολεύεται να μείνει, δεν σημαίνει ότι δεν μπορεί να αγαπήσει. Συχνά σημαίνει ακριβώς το αντίθετο.

Βιβλιογραφία και προτροπή για περαιτέρω μελέτη

Bowlby, J. (1988). A Secure Base. Routledge.
Winnicott, D. W. (1965). The Maturational Processes and the Facilitating Environment. Hogarth Press.
Kernberg, O. (1975). Borderline Conditions and Pathological Narcissism. Jason Aronson.
Mitchell, S. A. (1988). Relational Concepts in Psychoanalysis. Harvard University Press.
Schore, A. N. (2012). The Science of the Art of Psychotherapy. W. W. Norton & Company.
Fonagy, P., Gergely, G., Jurist, E., & Target, M. (2002). Affect Regulation, Mentalization, and the Development of the Self. Other Press.

Post a comment

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Χρησιµοποιούµε cookies για να σας δώσουμε την καλύτερη δυνατή εµπειρία.