Μη Ερωτική Επιθυμία στους Άνδρες: Μελέτη Περίπτωσης, Δόμηση υπόθεσης και Πλάνο Θεραπείας
Η χαμηλή ερωτική επιθυμία στους άνδρες είναι ένα θέμα που συχνά παραμένει στη σιωπή. Παρά το γεγονός ότι αρκετοί άνδρες βιώνουν περιόδους όπου η σεξουαλική τους διάθεση μειώνεται, ελάχιστοι αναζητούν βοήθεια. Αυτό οφείλεται στο στίγμα που συνοδεύει τη σεξουαλικότητα των ανδρών, η κοινωνία περιμένει από τον άνδρα να έχει πάντα διάθεση για σεξ, να είναι «πάντα έτοιμος» και ικανός. Έτσι, όταν κάποιος δεν νιώθει επιθυμία, συχνά αισθάνεται ανεπαρκής και ντροπιασμένος.
Σύμφωνα με τα διεθνή διαγνωστικά κριτήρια (DSM-5, ICD-11), αναφέρεται ως Διαταραχή Υποτονικής Σεξουαλικής Επιθυμίας (Male Hypoactive Sexual Desire Disorder). Για να θεωρηθεί διαταραχή, δεν αρκεί να υπάρχει μείωση στη λίμπιντο, πρέπει να διαρκεί για τουλάχιστον έξι μήνες και να προκαλεί σημαντική δυσφορία στο άτομο ή δυσκολίες στη σχέση.
Στο παρόν άρθρο παρουσιάζεται η περίπτωση του Κ., ενός άνδρα 36 ετών, ο οποίος απευθύνθηκε στο γραφείο μου για ψυχοσεξουαλική θεραπεία λόγω απουσίας ερωτικής επιθυμίας. Μέσα από το ιστορικό του, τη δόμηση υπόθεσης και το θεραπευτικό πλάνο, θα δούμε πώς αυτή η διαταραχή αναπτύχθηκε, πώς συντηρείται και πώς μπορεί να αντιμετωπιστεί.
Ιστορικό
Ο Κ. είναι 36 χρονών, παντρεμένος τα τελευταία εφτά χρόνια, με μια σχέση που συνολικά διαρκεί έντεκα χρόνια. Ο ίδιος απευθύνθηκε για βοήθεια επειδή δεν νιώθει ερωτική επιθυμία. Παράλληλα, ανέφερε ότι βιώνει και πρόωρη εκσπερμάτιση, την οποία όμως θεωρεί δευτερεύον πρόβλημα μπροστά στην απουσία επιθυμίας.
Από μικρός μεγάλωσε σε οικογενειακό περιβάλλον γεμάτο ένταση. Ο πατέρας του ασκούσε λεκτική και σωματική βία προς τη μητέρα του. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, δεν υπήρχε χώρος για τρυφερότητα, ουσιαστική επικοινωνία ή συζήτηση γύρω από το σεξ. Ο ίδιος περιγράφει ότι ποτέ δεν μίλησαν ανοιχτά στο σπίτι για θέματα σεξουαλικότητας, η σεξουαλική ζωή ήταν κάτι «ουδέτερο», σχεδόν ταμπού. Οι πρώτες του πληροφορίες για το σεξ ήρθαν από φίλους στην ηλικία των 13 ετών, με τον τρόπο που συχνά οι έφηβοι ανταλλάσσουν φήμες και εμπειρίες, χωρίς καμία καθοδήγηση από ενήλικες.
Η πρώτη ολοκληρωμένη σεξουαλική εμπειρία του Κ. ήταν σε οίκο ανοχής, στην ηλικία των 15 ετών. Ο ίδιος ήθελε να πάει, αλλά βίωσε αρκετό άγχος. Η εμπειρία αυτή ήταν αποστασιοποιημένη, με μηχανικό τρόπο, χωρίς συναισθηματικό δέσιμο. Είναι πιθανό αυτή η πρώιμη εμπειρία να ενίσχυσε μια πιο «τεχνική» και λιγότερο συναισθηματική σχέση με το σεξ.
Ως έφηβος, ο Κ. ήταν εσωστρεφής και ντροπαλός. Δεν φλέρταρε εύκολα και δυσκολευόταν να εκφράσει επιθυμία ή να διεκδικήσει. Όταν γνώρισε τη μετέπειτα σύζυγό του, βρέθηκε μπροστά σε μια σχέση που είχε διάρκεια αλλά και αρκετές δυσκολίες στο σεξουαλικό κομμάτι. Στις πρώτες τους επαφές ο Κ. δεν ένιωθε άνετα με το σώμα του και προτιμούσε να κάνει σεξ με τα εσώρουχα.
Στα πρώτα χρόνια της σχέσης τους υπήρχε κάποια σεξουαλική δραστηριότητα (2–3 φορές την εβδομάδα), αλλά με τον καιρό η επιθυμία του Κ. μειώθηκε. Περίπου εφτά χρόνια πριν, όταν η σύζυγος ζήτησε περισσότερη προσοχή στα προκαταρκτικά και καλύτερη σεξουαλική ικανοποίηση, εκείνος ένιωσε ότι δεν μπορούσε να ανταποκριθεί. Αυτό στάθηκε το σημείο καμπής, αντί να προσπαθήσει να βελτιωθεί, βίωσε άγχος επίδοσης και άρχισε να αποφεύγει τις σεξουαλικές επαφές.
Τα τελευταία χρόνια, ο Κ. ικανοποιεί τις σεξουαλικές του ανάγκες με τον αυνανισμό, συνήθως 1–2 φορές την εβδομάδα. Ο ίδιος λέει ότι μετά τον αυνανισμό «εκτονώνεται η ενέργεια» και δεν νιώθει ανάγκη να πλησιάσει τη σύζυγο. Επιπλέον, η συστηματική παρακολούθηση πορνογραφικού υλικού από τα εφηβικά του χρόνια έχει μειώσει τη φαντασία του και την ικανότητά του να διεγείρεται από πραγματικά ερεθίσματα.
Η σύζυγος, από την πλευρά της, περιγράφει ότι πλέον δεν νιώθει ποθητή. Επειδή ο Κ. δεν παίρνει πρωτοβουλία και δεν τη διεκδικεί, εκείνη αισθάνεται ακυρωμένη και απορριπτέα. Η μεταξύ τους επικοινωνία γύρω από το σεξ είναι ανύπαρκτη και αυτό έχει δημιουργήσει έντονη συναισθηματική απόσταση. Το σεξ έχει περιοριστεί στο ελάχιστο, με μία επαφή κάθε δύο μήνες.

Δόμηση Υπόθεσης
Η περίπτωση του K. δείχνει πώς αλληλεπιδρούν βιώματα, αντιλήψεις και δυναμικές της σχέσης για να δημιουργήσουν και να διατηρήσουν τη χαμηλή επιθυμία.
Η δόμηση υπόθεσης (case formulation) είναι ένα εργαλείο που χρησιμοποιούμε στην ψυχοσεξουαλική θεραπεία για να βάλουμε σε τάξη όλες τις πληροφορίες που έχουμε για έναν θεραπευόμενο.
Με απλά λόγια, είναι σαν να φτιάχνουμε έναν «χάρτη» που δείχνει:
Πώς ξεκίνησε η διαταραχή (προδιαθεσιακοί παράγοντες, π.χ. οικογενειακό περιβάλλον, πρώιμες εμπειρίες).
Τι το πυροδότησε (εκλυτικοί παράγοντες, π.χ. γεγονότα που έφεραν στην επιφάνεια τη δυσκολία).
Τι το κρατά ζωντανό (παράγοντες διατήρησης, π.χ. συμπεριφορές, σκέψεις, αποφυγές).
Ο λόγος που γίνεται είναι να βοηθήσει:
- Τον θεραπευτή, να οργανώσει το πολύπλοκο υλικό του ιστορικού, να καταλάβει τις αιτίες και να σχεδιάσει το στοχευμένο πλάνο θεραπείας.
- Τον θεραπευόμενο, να κατανοήσει καλύτερα, με απλό τρόπο, τον εαυτό του και να δει πώς συνδέονται τα βιώματά του με την κατάσταση που αντιμετωπίζει.
Έτσι λοιπόν έχουμε:
Προδιαθεσιακοί παράγοντες
Το οικογενειακό περιβάλλον βίας στο οποίο μεγάλωσε ο K. πιθανότατα τον έκανε να δυσκολεύεται να συνδέσει τη σεξουαλικότητα με τρυφερότητα και ασφάλεια. Η απουσία συζήτησης για το σεξ και η έλλειψη θετικού ανδρικού προτύπου ενίσχυσαν την ανασφάλεια. Έτσι, όταν ενημερώθηκε για το σεξ μέσα από φίλους και αργότερα από μια εμπειρία σε οίκο ανοχής, υιοθέτησε μια εικόνα του σεξ ως μηχανικής πράξης, χωρίς συναισθηματικό δέσιμο.
Παράλληλα, ανέπτυξε στερεοτυπικές αντιλήψεις: ότι ο άνδρας πρέπει πάντα να έχει τον έλεγχο, να παίρνει πρωτοβουλίες και να φέρνει τη σύντροφό του σε οργασμό. Αυτές οι αντιλήψεις μετέτρεψαν τη σεξουαλικότητα σε «τεστ» επίδοσης, αντί για απόλαυση και εγγύτητα.
Εκλυτικοί παράγοντες
Η διαταραχή άρχισε να φαίνεται όταν η σύζυγος εξέφρασε την ανάγκη για περισσότερα προκαταρκτικά και ικανοποίηση. Αντί ο K. να το δει ως ευκαιρία βελτίωσης, βίωσε έντονο άγχος και αυτό ενίσχυσε την απόσταση μεταξύ τους. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, ο K. συνήθισε στην αποχή και απέκτησε ακόμα μεγαλύτερη αμηχανία απέναντι στη σεξουαλικότητα.
Παράγοντες διατήρησης
Ο K. άρχισε να αποφεύγει το σεξ για να μην βιώνει το άγχος και την αποτυχία. Όσο απέφευγε, τόσο η αυτοπεποίθησή του έπεφτε και η απόσταση με τη σύζυγο μεγάλωνε. Ο αυνανισμός και η πορνογραφία προσέφεραν μια βολική διέξοδο, αλλά ενίσχυσαν την απομάκρυνση από τη σύντροφό του. Η απουσία επικοινωνίας και η χαμηλή αυτοεκτίμηση και των δύο συντρόφων δημιούργησαν έναν φαύλο κύκλο, όπου η ερωτική ζωή σχεδόν εξαφανίστηκε.
Bλέπουμε ότι το ιστορικό του K. (βία, έλλειψη διαπαιδαγώγησης, πρώτη εμπειρία σε οίκο ανοχής, στερεοτυπικές πεποιθήσεις) συνδέεται άμεσα με την ανάπτυξη και τη διατήρηση της χαμηλής επιθυμίας.

Αναλυτικό Πλάνο Θεραπείας
Η θεραπεία για τη μειωμένη ερωτική επιθυμία στον Κ. χρειάζεται να είναι πολυεπίπεδη, να αγγίζει το άτομο, το ζευγάρι και τη δυναμική της σχέσης. Η συνθετική προσέγγιση (integrative) είναι ιδανική, γιατί μπορεί να αξιοποιήσει τεχνικές από τη Γνωσιακή–Συμπεριφορική Θεραπεία, τη Σεξοθεραπεία, τη Συστημική και την Ψυχοδυναμική οπτική.
Τα βήματα που ακολουθούμαι είναι τα εξής:
1. Ψυχοεκπαίδευση
Στόχος: Κατανόηση της σεξουαλικής λειτουργίας και αποδόμηση μύθων.
Ενημέρωση για τον κύκλο της σεξουαλικής απόκρισης. Ο Κ. χρειάζεται να κατανοήσει ότι η σεξουαλική επιθυμία δεν είναι πάντα «αυτόματη» και ότι επηρεάζεται από ψυχολογικούς, βιολογικούς και σχεσιακούς παράγοντες.
Συζήτηση για το άγχος επίδοσης. Θα εξηγηθεί ο φαύλος κύκλος, άγχος → μειωμένη επιθυμία → αποφυγή → ακόμα περισσότερο άγχος.
Αποδόμηση μύθων και στερεοτύπων. Π.χ. ότι ο άνδρας πρέπει πάντα να είναι σεξουαλικά διαθέσιμος, ότι τα προκαταρκτικά είναι «αγγαρεία», ότι η σεξουαλική πράξη ολοκληρώνεται μόνο με τη διείσδυση.
2. Ενίσχυση της επικοινωνίας και της συναισθηματικής εγγύτητας
Στόχος: Να μπορούν να μιλούν ανοιχτά για τις ανάγκες και τις δυσκολίες τους.
Εκπαίδευση σε δεξιότητες επικοινωνίας. Ενεργητική ακρόαση, χρήση «μηνυμάτων του Εγώ» (π.χ. «νιώθω απόρριψη όταν…» αντί «δεν σε νοιάζει»).
Δημιουργία χώρου για διάλογο. Ο Κ. και η σύζυγος θα κληθούν να μιλήσουν για τις σεξουαλικές τους ανάγκες, φαντασιώσεις, φόβους, χωρίς κριτική.
Συναισθηματική σύνδεση πέρα από το σεξ. Ενίσχυση κοινών δραστηριοτήτων (βόλτες, hobbies, χρόνο χωρίς παιδιά ή υποχρεώσεις), ώστε η σχέση να ανανεωθεί συναισθηματικά.
Αντιμετώπιση της απογοήτευσης. Θα χρειαστεί να δοθεί χώρος στα συναισθήματα της συζύγου, που νιώθει ακυρωμένη, και στον Κ. που νιώθει ανεπαρκής.
3. Ατομική θεραπεία για τον Κ.
Στόχος: Ενδυνάμωση της αυτοεκτίμησης και μείωση του άγχους επίδοσης.
Γνωσιακή–Συμπεριφορική παρέμβαση. Εντοπισμός και αναπλαισίωση δυσλειτουργικών σκέψεων («αν δεν φτάσει σε οργασμό, αποτυχαίνω» → «η σεξουαλική εμπειρία είναι κοινή, όχι διαγωνισμός»).
Διαχείριση άγχους. Εκμάθηση τεχνικών χαλάρωσης (αναπνοές, προοδευτική μυϊκή χαλάρωση) για πριν ή κατά τη διάρκεια της επαφής.
Διερεύνηση εσωτερικευμένων πεποιθήσεων. Ο Ν. έχει υιοθετήσει το στερεότυπο ότι «ο άνδρας πρέπει πάντα να έχει τον έλεγχο». Η θεραπεία θα τον βοηθήσει να το αμφισβητήσει και να αναπτύξει πιο ευέλικτη στάση.
Διαχείριση πορνογραφίας και αυνανισμού. Αναγνώριση της επίδρασης της πορνογραφίας στη φαντασία και στα ερεθίσματα. Σταδιακή μείωση της χρήσης και σύνδεση της σεξουαλικής διέγερσης με τη σύντροφο.
Ανακατασκευή της εικόνας σώματος. Ο Κ. χρειάζεται να δουλέψει πάνω στην αμηχανία του με το γυμνό σώμα και στην αίσθηση ντροπής που έδειχνε από την αρχή της σχέσης.
4. Παρεμβάσεις στο πλαίσιο του ζευγαριού (Σεξοθεραπεία)
Στόχος: Σταδιακή επαναπροσέγγιση της οικειότητας χωρίς άγχος επίδοσης.
Ασκήσεις “Sensate Focus”
- Στην αρχή, το ζευγάρι θα κάνει μόνο απαλές αγκαλιές και αγγίγματα, χωρίς σεξουαλική διείσδυση.
- Σταδιακά θα εξερευνήσουν τις αισθήσεις και την τρυφερότητα, χωρίς στόχο τον οργασμό.
- Με τον καιρό, θα επανέλθουν στη σεξουαλική πράξη με λιγότερο άγχος.
Αναζήτηση νέων ερεθισμάτων. Ο Κ. χρειάζεται να ενισχύσει την επιθυμία του για σεξ. Αυτό μπορεί να γίνει μέσα από νέα ερωτικά σενάρια, φαντασιώσεις, παιχνίδι και κοινές δραστηριότητες που αυξάνουν τη διέγερση.
Επανεκμάθηση προκαταρκτικών. Δεδομένου ότι ο Κ. τα θεωρούσε «αγγαρεία», θα δουλέψουμε ώστε να ανακαλύψει την αξία τους στη σύνδεση και στη διέγερση της συντρόφου.
Εστίαση στην τρυφερότητα και όχι στην απόδοση. Η σεξουαλική ζωή δεν είναι μόνο επίδοση. Στόχος είναι να επανέλθει η αίσθηση εγγύτητας, χωρίς την πίεση «να τα καταφέρει».
5. Μακροπρόθεσμοι στόχοι
Ενδυνάμωση αυτοεκτίμησης. Ο Κ. να νιώσει ξανά ικανός και επαρκής ως σύντροφος.
Αλλαγή αντιλήψεων για τους ρόλους φύλου. Από το στερεότυπο «ο άνδρας πρέπει πάντα να ελέγχει» σε μια πιο ισότιμη και αμοιβαία σεξουαλικότητα.
Σταθερή επικοινωνία. Το ζευγάρι να μπορεί να συζητά χωρίς φόβο ή ντροπή για το σεξ.
Ανάπτυξη πλούσιας ερωτικής ζωής. Στόχος δεν είναι μόνο η επιστροφή της επιθυμίας, αλλά η δημιουργία μιας νέας ποιότητας στη σεξουαλική τους ζωή, όπου θα συνδυάζονται η σωματική απόλαυση και η συναισθηματική εγγύτητα.
Το πλάνο θεραπείας θα βοηθήσει τον Κ. να «χτίσει» από την αρχή μια νέα σχέση με το σεξ. Να μειώσει το άγχος, να αποδημήσει μύθους, να ενισχύσει την επικοινωνία με τη σύντροφο και να καλλιεργήσει νέες εμπειρίες οικειότητας. Δεν πρόκειται για γρήγορη λύση, αλλά με σταθερή δουλειά, ο Κ. και η σύζυγός του μπορούν να ξαναβρούν την επιθυμία και τη σύνδεση.

Συμπέρασμα
Η περίπτωση του Κ. δείχνει ότι η χαμηλή ερωτική επιθυμία δεν είναι ένδειξη «ανεπάρκειας» αλλά αποτέλεσμα πολύπλοκων παραγόντων. Μέσα από το οικογενειακό περιβάλλον, τις πρώτες εμπειρίες, τις στερεοτυπικές πεποιθήσεις και τη δυναμική της σχέσης, η επιθυμία μειώθηκε και αντικαταστάθηκε από αποφυγή.
Η θεραπευτική διαδικασία θα βοηθήσει το ζευγάρι να ανακτήσει την οικειότητα, να αλλάξει τον τρόπο που αντιλαμβάνεται το σεξ και να βιώσει ξανά την επιθυμία ως πηγή χαράς και σύνδεσης.
Βιβλιογραφία
- American Psychiatric Association. (2013). Diagnostic and statistical manual of mental disorders (5th ed.). Washington, DC: Author.
- Bancroft, J., & Janssen, E. (2000). The dual control model of male sexual response: A theoretical approach to centrally mediated erectile dysfunction. Neuroscience & Biobehavioral Reviews, 24(5), 571–579.
- Basson, R. (2000). The female sexual response: A different model. Journal of Sex & Marital Therapy, 26(1), 51–65.
- Laumann, E. O., Paik, A., & Rosen, R. C. (2005). Sexual dysfunction in the United States: Prevalence and predictors. JAMA, 281(6), 537–544.
- Masters, W. H., & Johnson, V. E. (1970). Human sexual inadequacy. Boston: Little, Brown.
- World Health Organization. (2019). International Classification of Diseases for Mortality and Morbidity Statistics (11th Revision).