Όταν η διαφορετική επιθυμία παύει να είναι απλώς μια διαφορά και αρχίζει να βιώνεται ως απόρριψη, πίεση ή απώλεια σύνδεσης.
«Εγώ θέλω να κάνουμε σεξ. Εκείνη σχεδόν ποτέ.»
«Κάθε φορά που με αγγίζει, φοβάμαι ότι πάλι θα θέλει να κάνουμε σεξ.»
«Δεν είναι μόνο ότι μου λείπει το σεξ. Αρχίζω να νιώθω ότι δεν με επιθυμεί.»
«Τον αγαπώ. Με ελκύει. Αλλά δεν έχω την ίδια ανάγκη για σεξ που έχει εκείνος.»
Αυτές οι φράσεις περιγράφουν μια από τις συχνότερες δυσκολίες που αντιμετωπίζει ένα ζευγάρι στη σεξουαλική του ζωή. Όχι απαραίτητα την έλλειψη επιθυμίας, αλλά τη διαφορά στην επιθυμία.
Ο ένας θέλει περισσότερο. Ο άλλος λιγότερο. Και κάπου εκεί, μια διαφορά που θα μπορούσε να είναι φυσιολογική αρχίζει να αποκτά πολύ μεγαλύτερο ψυχολογικό βάρος.
Έτσι, το σεξ μετρά την αγάπη. Η άρνηση σημαίνει απόρριψη. Η πρωτοβουλία ασκεί πίεση.
Και δύο άνθρωποι που μπορεί να αγαπιούνται αρχίζουν να στέκονται στις αντίθετες πλευρές του ίδιου προβλήματος.
Με μια ματιά
Η διαφορετική σεξουαλική επιθυμία ανάμεσα στους συντρόφους δεν σημαίνει από μόνη της ότι υπάρχει σεξουαλική δυσλειτουργία ή ότι κάποιος από τους δύο «έχει πρόβλημα». Η επιθυμία αλλάζει μέσα στη ζωή και επηρεάζεται από το στρες, την κόπωση, τη σχέση, το σώμα, την ηλικία, τα φάρμακα, τις ορμονικές αλλαγές, τη γονεϊκότητα και τον τρόπο με τον οποίο βιώνεται το ίδιο το σεξ.
Το πρόβλημα συχνά αρχίζει όταν η διαφορά αποκτά νόημα: «Δεν με θέλει», «Το μόνο που τον ενδιαφέρει είναι το σεξ», «Κάτι δεν πάει καλά με μένα», «Αν με αγαπούσε, θα ήθελε περισσότερο».
Μήπως αναγνωρίζετε κάτι από αυτά;
Ίσως ο ένας από τους δύο παίρνει σχεδόν πάντα την πρωτοβουλία. Παράλληλα, ο άλλος μπορεί να αρχίζει να αποφεύγει ακόμη και την τρυφερότητα, επειδή φοβάται ότι κάθε χάδι θα οδηγήσει σε σεξ. Ίσως ο ένας ακούει το «όχι» σαν προσωπική απόρριψη, ενώ ο άλλος νιώθει την πρωτοβουλία σαν απαίτηση.
Με τον καιρό, το ζευγάρι μπορεί να αρχίσει να συζητά όχι για το πώς νιώθει, αλλά για το πόσο συχνά «θα έπρεπε» να κάνει σεξ.
Το ουσιαστικό ερώτημα ίσως δεν είναι «πόσο συχνά πρέπει να κάνουμε σεξ;», αλλά «τι συμβαίνει ανάμεσά μας όταν η επιθυμία μας δεν συναντιέται;»

Ποιος από τους δύο έχει το πρόβλημα;
Αυτή είναι μία από τις πρώτες παγίδες. Πολλά ζευγάρια φτάνουν στη θεραπεία έχοντας ήδη ορίσει, χωρίς να το λένε πάντα ανοιχτά, ποιος είναι εκείνος που «πρέπει να αλλάξει». Συνήθως είναι ο άνθρωπος που θέλει λιγότερο σεξ.
«Αν αποκτούσε περισσότερη επιθυμία, θα λύναμε το πρόβλημα.»
Όμως έτσι χρησιμοποιούμε την επιθυμία του ενός συντρόφου ως μέτρο του τι θεωρούμε φυσιολογικό.
Αν ο ένας θέλει σεξ τρεις φορές την εβδομάδα και ο άλλος μία, γιατί θεωρούμε αυτονόητα ότι εκείνος που θέλει μία φορά έχει «χαμηλή» επιθυμία; Γιατί να μην πούμε ότι ο άλλος έχει υψηλότερη;
Ωστόσο, δεν έχει πάντα σημασία ποιος πλησιάζει περισσότερο έναν υποτιθέμενο μέσο όρο. Το σημαντικό είναι αν η διαφορά δημιουργεί δυσφορία, σύγκρουση, πίεση ή απομάκρυνση.
Μύθος / Πραγματικότητα
Μύθος: «Σε μια καλή σχέση, οι δύο σύντροφοι πρέπει να θέλουν περίπου το ίδιο σεξ.»
Πραγματικότητα: Δύο διαφορετικοί άνθρωποι είναι μάλλον απίθανο να έχουν για χρόνια ακριβώς την ίδια επιθυμία, την ίδια στιγμή και με τον ίδιο τρόπο. Η σεξουαλική επιθυμία αλλάζει και η διαφορά από μόνη της δεν είναι απαραίτητα δυσλειτουργία.
Η διαφορά δεν είναι πάντα το πρόβλημα. Το πώς τη βιώνει το ζευγάρι μπορεί να γίνει το πρόβλημα.
Γιατί η άρνηση στο σεξ πονά τόσο πολύ;
Για τον άνθρωπο που επιθυμεί περισσότερο σεξ, η σεξουαλική επαφή μπορεί να σημαίνει πολλά περισσότερα από μια σωματική πράξη. Μπορεί να σημαίνει: «Με θέλεις», «Με βρίσκεις ελκυστικό», «Είμαστε κοντά», «Είμαι σημαντικός για εσένα».
Έτσι, όταν ο άλλος λέει «δεν θέλω σήμερα», ο σύντροφός του δεν ακούει πάντα «δεν θέλω σεξ αυτή τη στιγμή». Αντίθετα, μπορεί να το ερμηνεύει ως «δεν θέλω εσένα».
Και τότε ο σύντροφος νιώθει ανασφάλεια. Μετά η θλίψη. Μετά ίσως ο θυμός. Και μερικές φορές η πίεση.
Και τι βιώνει εκείνος που θέλει λιγότερο;
Αν κάθε αγκαλιά, φιλί ή χάδι μοιάζει να οδηγεί σε σεξουαλική επαφή, ο άνθρωπος με τη χαμηλότερη επιθυμία μπορεί σταδιακά να νιώθει διαρκή επιφυλακή.
«Μια αγκαλιά μπορεί να τον κάνει να νομίσει ότι θέλω σεξ.»
«Αν αρχίσουμε να φιλιόμαστε, μετά θα πρέπει να συνεχίσω.»
«Καλύτερα να μην τον πλησιάσω καθόλου.»
Έτσι η τρυφερότητα χάνει την ελευθερία της. Και τότε συμβαίνει κάτι παράδοξο: ο σύντροφος που θέλει περισσότερο σεξ επιδιώκει την εγγύτητα για να νιώσει σύνδεση. Αντίθετα, ο σύντροφος που νιώθει πίεση κρατά απόσταση για να προστατεύσει την ελευθερία του.
Ο άλλος απομακρύνεται από την επαφή για να νιώσει ασφαλής.
Η ψυχοθεραπευτική ματιά
Εδώ δεν ρωτάμε απλώς «πόσες φορές την εβδομάδα κάνετε σεξ;». Ρωτάμε επίσης: «Τι σημαίνει για τον καθένα σας το σεξ;»
Για έναν άνθρωπο μπορεί να είναι ο σημαντικότερος τρόπος να αισθανθεί ότι αγαπιέται. Αντίθετα, κάποιος άλλος χρειάζεται πρώτα συναισθηματική εγγύτητα ώστε να νιώσει επιθυμία. Ένας τρίτος μπορεί σταδιακά να συνδέει το σεξ με πίεση, υποχρέωση, επίδοση ή φόβο ότι θα απογοητεύσει τον σύντροφό του.
Έτσι, δύο άνθρωποι μπορεί να χρησιμοποιούν την ίδια λέξη — «σεξ» — αλλά στην πραγματικότητα να μιλούν για διαφορετικές ανάγκες.
Ο ένας ζητά επιβεβαίωση. Ο άλλος ζητά ελευθερία. Ο ένας φοβάται την απόρριψη. Ο άλλος φοβάται την πίεση.
Σε αυτό το σημείο, το «γιατί δεν θέλεις περισσότερο σεξ;» είναι πολύ μικρή ερώτηση για να χωρέσει όσα πραγματικά συμβαίνουν.
Πρέπει η επιθυμία να υπάρχει πριν ξεκινήσει το σεξ;
Επιπλέον, ένας συνηθισμένος μύθος λέει ότι πρώτα νιώθουμε έντονη επιθυμία και μετά προχωράμε σε σεξουαλική δραστηριότητα. Δεν λειτουργούν όλοι οι άνθρωποι έτσι.
Υπάρχει η αυθόρμητη επιθυμία: η επιθυμία που νιώθουμε χωρίς κάποιο προηγούμενο ερέθισμα. Υπάρχει όμως και η ανταποκρινόμενη επιθυμία: η επιθυμία που μπορεί να εμφανιστεί αφού αρχίσει η οικειότητα, το άγγιγμα, η σωματική εγγύτητα ή η κατάλληλη ερωτική διέγερση.
Κάποιος μπορεί να μην σκέφτεται το σεξ όλη την ημέρα και παρ’ όλα αυτά, όταν δημιουργηθούν οι κατάλληλες συνθήκες, να το επιθυμήσει.
Αυτό δεν σημαίνει ότι κάποιος πρέπει να κάνει σεξ χωρίς να θέλει. Σημαίνει ότι δεν νιώθουν όλοι τη σεξουαλική επιθυμία με τον ίδιο τρόπο.
Όταν το σεξ γίνεται υποχρέωση
Άλλο: «Δεν έχω αυτή τη στιγμή έντονη επιθυμία, αλλά νιώθω άνετα να δω αν θα εμφανιστεί μέσα στην επαφή.»
Και άλλο: «Δεν θέλω, αλλά πρέπει να κάνω σεξ για να μη θυμώσει, να μη στενοχωρηθεί ή να μη φύγει ο άλλος.»
Στη δεύτερη περίπτωση το σεξ μπορεί σταδιακά να συνδεθεί με καθήκον. Και η επιθυμία δύσκολα ανθίζει μέσα στην υποχρέωση.
Αν το σώμα αρχίσει να συνδέει την οικειότητα με πίεση, μπορεί να αρχίσει να αποφεύγει ακόμη και τις καταστάσεις που κάποτε ήταν ευχάριστες.
Μια ερώτηση για να σκεφτείς
Αν ο σύντροφός σου δεν θέλει σεξ, τι είναι αυτό που σε πληγώνει πραγματικά; Η απουσία του σεξ ή η σκέψη που εμφανίζεται μέσα σου για το τι σημαίνει αυτή η άρνηση;
Και αν είσαι εκείνος που επιθυμεί λιγότερο: τι φοβάσαι ότι θα συμβεί στη σχέση αν πεις ένα ξεκάθαρο «όχι»;

Επιθυμία για ποιο σεξ;
Αυτό είναι ίσως ένα από τα πιο σημαντικά ερωτήματα. Όταν λέμε «δεν έχω επιθυμία για σεξ», αξίζει να ρωτήσουμε: «Δεν έχω επιθυμία για ποιο σεξ;»
Αν η σεξουαλική επαφή έχει γίνει προβλέψιμη, μηχανική, προσανατολισμένη αποκλειστικά στη διείσδυση ή στον οργασμό, αν κάποιος δεν λαμβάνει τη διέγερση που χρειάζεται ή αν ποτέ δεν έχει εκφράσει τις πραγματικές του προτιμήσεις, τότε η λύση δεν είναι απαραίτητα «να αποκτήσει μεγαλύτερη επιθυμία».
Ίσως χρειάζεται να διερευνηθεί τι θα μπορούσε να γίνει πραγματικά επιθυμητό.
Και αυτό αλλάζει εντελώς το θεραπευτικό ερώτημα.
Όχι: «Πώς θα κάνουμε περισσότερο σεξ;»
Αλλά: «Πώς θα δημιουργήσουμε μια σεξουαλική ζωή που να έχει νόημα και για τους δύο;»
Τι μπορεί να βοηθήσει το ζευγάρι από σήμερα;
Μερικές πρώτες μετατοπίσεις:
- Να σταματήσει για λίγο η διαπραγμάτευση γύρω από τη συχνότητα και να αρχίσει η συζήτηση γύρω από το πώς βιώνει ο καθένας το σεξ.
- Να μπορεί να υπάρχει τρυφερότητα χωρίς να αποτελεί πάντα υπόσχεση για σεξ. Ένα φιλί μπορεί να παραμείνει φιλί και μια αγκαλιά να μη χρειάζεται να οδηγήσει πουθενά.
- Το «όχι» να μπορεί να ειπωθεί χωρίς τιμωρία, θυμό ή συναισθηματική απόσυρση, ώστε το «ναι» να παραμένει πραγματικά ελεύθερο.
- Ο καθένας να διερευνήσει τι δημιουργεί τη δική του επιθυμία — όχι τι «θα έπρεπε» να τον διεγείρει.
Τι δουλεύουμε στην ψυχοσεξουαλική θεραπεία;
Η θεραπεία δεν έχει στόχο να κάνει τον σύντροφο με τη χαμηλότερη επιθυμία να φτάσει στο επίπεδο του άλλου. Ούτε να πείσει εκείνον που θέλει περισσότερο ότι πρέπει απλώς να συμβιβαστεί.
Προσπαθούμε πρώτα να καταλάβουμε τη δυναμική. Πότε άρχισε η διαφορά; Υπήρχε από την αρχή; Είχε προηγηθεί κάποια αλλαγή στη σχέση; Υπάρχει άγχος, πόνος, σεξουαλική δυσλειτουργία, κατάθλιψη, φαρμακευτική αγωγή ή άλλος παράγοντας; Πώς βιώνει ο καθένας τη σεξουαλική επαφή; Πώς παίρνει ο ένας πρωτοβουλία; Πώς λέει ο άλλος «όχι»;
Και κυρίως: Τι σημαίνει το «ναι» και το «όχι» για τον καθένα;
Η ψυχοεκπαίδευση, η αποδόμηση των σεξουαλικών μύθων, η καλύτερη επικοινωνία, η διερεύνηση των προσωπικών αναγκών και, όπου χρειάζεται, συγκεκριμένες ψυχοσεξουαλικές ασκήσεις μπορούν να βοηθήσουν το ζευγάρι να δημιουργήσει έναν διαφορετικό τρόπο συνάντησης.
Μη Ερωτική Επιθυμία στους Άνδρες: Μελέτη Περίπτωσης, Δόμηση υπόθεσης και Πλάνο Θεραπείας
Δεν χρειάζεται να βρούμε ποιος έχει δίκιο
Το ζευγάρι συχνά έρχεται προσπαθώντας να αποδείξει ποιος από τους δύο είναι «φυσιολογικός».
«Δεν είναι φυσιολογικό να μη θέλει σχεδόν ποτέ.»
«Δεν είναι φυσιολογικό να θέλει συνέχεια.»
Αλλά η θεραπεία δεν είναι δικαστήριο της σεξουαλικής επιθυμίας.
Δεν χρειάζεται να αποφασίσουμε ποιος έχει δίκιο. Χρειάζεται να καταλάβουμε πώς δύο διαφορετικές επιθυμίες μπορούν να συνυπάρξουν χωρίς ο ένας να αισθάνεται απορριφθείς και ο άλλος πιεσμένος.
Συμπέρασμα
Η διαφορά στη σεξουαλική επιθυμία δεν σημαίνει απαραίτητα ότι μια σχέση έχει πρόβλημα. Ούτε σημαίνει ότι εκείνος που θέλει λιγότερο σεξ αγαπά λιγότερο.
Η δυσκολία αρχίζει συχνά όταν οι σύντροφοι φορτώνουν το σεξ με νοήματα που κανείς δεν εκφράζει ανοιχτά.
«Αν δεν με θέλεις, δεν με αγαπάς.»
«Σε αγαπώ, άρα πρέπει να θέλω σεξ.»
«Αν πω όχι, θα σε πληγώσω.»
«Αν σταματήσω να ζητάω, θα χαθούμε ως ζευγάρι.»
Κάτω από τη σύγκρουση για τη συχνότητα μπορεί να βρίσκονται δύο άνθρωποι που φοβούνται διαφορετικά πράγματα. Και ίσως το πρώτο θεραπευτικό βήμα να μην είναι να κάνουν περισσότερο σεξ. Ίσως είναι να μπορέσουν να μιλήσουν διαφορετικά γι’ αυτό.
Το ζητούμενο δεν είναι δύο άνθρωποι να επιθυμούν πάντα το ίδιο. Είναι να μπορούν να συναντιούνται μέσα στη διαφορά τους.
Βιβλιογραφία
- Dewitte, M., Carvalho, J., Corona, G., et al. (2020). Sexual Desire Discrepancy: A Position Statement of the European Society for Sexual Medicine. Sexual Medicine, 8(2), 121–131.
- Basson, R. (2000). The female sexual response: A different model. Journal of Sex & Marital Therapy, 26(1), 51–65.
- Mark, K. P. (2012). The relative impact of individual sexual desire and couple desire discrepancy on satisfaction in heterosexual couples. Sexual and Relationship Therapy, 27(2), 133–146.
Φωτογραφίες: Roman Kraft και brooklyn / Unsplash.