Τρίτο πρόσωπο στη σχέση: Απιστία, εμπιστοσύνη και τι ακολουθεί

Όταν εμφανίζεται ένα τρίτο πρόσωπο στη σχέση, μπορεί να κλονιστούν πολλά μαζί: η εμπιστοσύνη, η αίσθηση ασφάλειας και όσα πιστεύαμε για το κοινό μας μέλλον. Είτε πρόκειται για συναισθηματική είτε για σεξουαλική απιστία, το κρίσιμο ζήτημα είναι αν παραβιάστηκαν οι συμφωνίες και τα όρια της σχέσης. Συχνά η πρώτη ερώτηση είναι «γιατί έγινε;». Πριν βρεθεί μια απάντηση, όμως, χρειάζεται χώρος για όσα νιώθει ο καθένας.

Δεν υπάρχει μια εξήγηση που να ταιριάζει σε κάθε ζευγάρι. Ούτε είναι δεδομένο ότι η σχέση πρέπει να συνεχιστεί ή να τελειώσει.

Αποκατάσταση εμπιστοσύνης στο ζευγάρι μετά από απιστία
Πότε μιλάμε για παραβίαση της εμπιστοσύνης;

Μια φιλία ή μια συναδελφική επαφή δεν είναι από μόνη της απιστία. Το ουσιαστικό ζήτημα είναι αν παραβιάζονται οι συμφωνίες της σχέσης και αν αποκρύπτονται ερωτικές ή σεξουαλικές επαφές που τις αφορούν.

Τα όρια δεν είναι αυτονόητα για όλους. Ένα ζευγάρι μπορεί να χρειάζεται να συζητήσει τι θεωρεί φλερτ, ποια μορφή διαδικτυακής επαφής το δυσκολεύει και τι σημαίνει αποκλειστικότητα. Η συναινετική μη μονογαμία διαφέρει από μια κρυφή παραβίαση συμφωνίας.

Για παράδειγμα, η επικοινωνία με έναν παλιό σύντροφο μπορεί να είναι γνωστή και αποδεκτή μέσα σε ένα ζευγάρι. Σε ένα άλλο, η ίδια επαφή μπορεί να περιλαμβάνει κρυφές ερωτικές υποσχέσεις και να παραβιάζει μια ρητή συμφωνία. Δεν αρκεί, λοιπόν, να εξετάζουμε ποιος έστειλε μήνυμα σε ποιον. Χρειάζεται να δούμε το περιεχόμενο, τη μυστικότητα και όσα είχαν συμφωνηθεί.

Παράλληλα, η προσωπική ζωή δεν καταργείται επειδή κάποιος βρίσκεται σε σχέση. Οι φίλοι, ο προσωπικός χρόνος και η ιδιωτικότητα δεν αποτελούν αποδείξεις απιστίας. Αν κάτι σας ανησυχεί, μπορείτε να περιγράψετε τη συγκεκριμένη συμπεριφορά: «Μου είπες ότι αυτή η επαφή είχε τελειώσει, αλλά έμαθα ότι συνεχίζεται». Αυτό είναι διαφορετικό από το «δεν επιτρέπεται να έχεις φίλους που δεν εγκρίνω».

Η εξήγηση δεν μεταφέρει την ευθύνη στον πληγωμένο σύντροφο

Η έρευνα περιγράφει διαφορετικά κίνητρα απιστίας και δεν τη συνδέει αποκλειστικά με προβλήματα της κύριας σχέσης. Παράγοντες που αναφέρονται περιλαμβάνουν προσωπικές επιθυμίες και συνθήκες, πέρα από τη δυσαρέσκεια μέσα στο ζευγάρι.[1]

Γι’ αυτό η φράση «αν με πρόσεχες περισσότερο, δεν θα γινόταν» δεν αποτελεί ανάληψη ευθύνης. Οι δυσκολίες της σχέσης μπορούν να συζητηθούν, αλλά η απόφαση να παραβιαστεί μια συμφωνία ανήκει σε εκείνον που την πήρε.

Η κατανόηση του τι συνέβη δεν απαιτεί να δικαιολογήσουμε αυτό που μας πλήγωσε.

Μερικές φορές η συζήτηση γυρίζει αμέσως στο τι έλειπε από τη σχέση: λιγότερη τρυφερότητα, συχνοί καβγάδες ή διαφορετική σεξουαλική επιθυμία. Αυτά μπορεί να είναι πραγματικά ζητήματα που αξίζουν προσοχή. Δεν εξηγούν όμως από μόνα τους γιατί επιλέχθηκε η απόκρυψη αντί για μια δύσκολη συζήτηση, μια επαναδιαπραγμάτευση ή έναν χωρισμό. Πολλά ζευγάρια αντιμετωπίζουν αντίστοιχες δυσκολίες χωρίς να παραβιάζουν τις συμφωνίες τους.

Η ανάληψη ευθύνης μπορεί να ακουστεί κάπως έτσι: «Είχα δυσκολίες που δεν εξέφρασα, αλλά η απόφαση να το κρύψω ήταν δική μου». Μια τέτοια παραδοχή δεν λύνει αυτόματα το πρόβλημα. Αφήνει όμως χώρο να συζητηθούν οι συνέπειες, χωρίς ο πληγωμένος σύντροφος να χρειάζεται πρώτα να απολογηθεί. Η αναζήτηση εξηγήσεων έχει νόημα όταν βοηθά να καταλάβουμε τι πρέπει να αλλάξει, όχι όταν γίνεται ένας τρόπος να μετακινηθεί η ευθύνη.

Τρίτο άτομο στη σχέση και συναισθηματική απόσταση στο ζευγάρι
Τι χρειάζεται τις πρώτες ημέρες;

Μπορεί να συνυπάρχουν θυμός, θλίψη, αμφιβολία και επιθυμία να ξαναέρθετε κοντά. Δεν χρειάζεται να χωρέσετε όλα αυτά σε μια τελική απόφαση την ίδια μέρα. Είναι θεμιτό να ζητήσετε χρόνο, συγκεκριμένες πληροφορίες ή πρακτική απόσταση.

Ένα υποθετικό παράδειγμα: «Αυτή τη στιγμή δεν μπορώ να αποφασίσω για εμάς. Χρειάζομαι να ξέρω αν αυτή η επαφή συνεχίζεται και να συμφωνήσουμε πότε θα συζητήσουμε ξανά». Μια τέτοια διατύπωση δίνει ένα πρώτο πλαίσιο, χωρίς να υπόσχεται συγχώρεση.

Αν υπάρχει φόβος για επιθετικότητα ή εξαναγκασμό, η συζήτηση δεν χρειάζεται να γίνει μόνοι σας. Προτεραιότητα έχει η ασφάλεια και η υποστήριξη.

Όταν το μυαλό επιστρέφει διαρκώς σε όσα συνέβησαν

Η ανακάλυψη μπορεί να αλλάξει ακόμη και τον τρόπο με τον οποίο βλέπετε παλιές αναμνήσεις. Μια εκδρομή, μια καθυστέρηση ή μια συζήτηση αποκτά ξαφνικά άλλο νόημα. Ενδέχεται να δυσκολεύεστε να συγκεντρωθείτε ή να αισθάνεστε ότι χρειάζεται να ξαναρωτήσετε κάτι που ήδη απαντήθηκε. Αυτές οι αντιδράσεις δεν σημαίνουν από μόνες τους ότι έχετε κάποια ψυχική διαταραχή.[3]

Δεν χρειάζεται να οργανώσετε αμέσως όλη σας τη ζωή γύρω από μια απόφαση. Σκεφτείτε τι θα έκανε τη σημερινή ημέρα λίγο πιο διαχειρίσιμη: μια ήρεμη διανυκτέρευση, βοήθεια με μια υποχρέωση ή επικοινωνία με έναν άνθρωπο που μπορεί να ακούσει χωρίς να σας πιέζει. Μπορείτε να του πείτε: «Χρειάζομαι παρέα και πρακτική βοήθεια, όχι να αποφασίσεις εσύ αν θα χωρίσω».

Πώς μπορεί να ξεκινήσει μια δύσκολη συζήτηση

Εφόσον μπορείτε να μιλήσετε με ασφάλεια, δοκιμάστε να ξεχωρίσετε τα ερωτήματα για τα γεγονότα από εκείνα για το μέλλον. Το «συνεχίζεται η επαφή;» χρειάζεται μια συγκεκριμένη απάντηση. Το «μπορώ να σε εμπιστευτώ ξανά;» δεν απαντιέται με τον ίδιο τρόπο ούτε μέσα σε λίγα λεπτά. Δεν είναι απαραίτητο να λυθούν και τα δύο στην ίδια συζήτηση.

Ένα υποθετικό πλαίσιο θα ήταν: «Θέλω σήμερα να καταλάβω τι συμβαίνει τώρα. Για το αν θα συνεχίσουμε, χρειάζομαι περισσότερο χρόνο». Αν η ένταση ανεβαίνει, μπορεί να βοηθήσει μια συμφωνημένη παύση με σαφή επιστροφή: «Δεν μπορώ να συνεχίσω ήρεμα. Ας σταματήσουμε και ας μιλήσουμε ξανά αύριο το απόγευμα». Η παύση διαφέρει από την εξαφάνιση ή τη σιωπή που χρησιμοποιείται για να τιμωρηθεί ο άλλος.

Εσείς αποφασίζετε ποιες πληροφορίες χρειάζεστε για να κάνετε επιλογές. Δεν υπάρχει υποχρέωση να ακούσετε κάθε προσωπική ή σεξουαλική λεπτομέρεια. Μπορείτε να σημειώσετε τις ερωτήσεις σας, να ξεχωρίσετε όσες είναι επείγουσες και να επιστρέψετε στις υπόλοιπες όταν νιώσετε έτοιμοι. Αν οι απαντήσεις αλλάζουν συνεχώς, είναι θεμιτό να πείτε ότι αυτό δυσκολεύει την προσπάθειά σας να καταλάβετε τι έχει συμβεί.

Μπορεί να ξαναχτιστεί η εμπιστοσύνη;

Για όποιο ζευγάρι επιλέξει να προσπαθήσει, μια συγγνώμη είναι μόνο η αρχή. Χρειάζεται σαφήνεια για την επαφή με το τρίτο πρόσωπο, ανάληψη ευθύνης και συνέπεια στις νέες συμφωνίες. Το «ξεπέρασέ το πια» συνήθως κλείνει μια συζήτηση που παραμένει ανοιχτή.

Η διαφάνεια χρειάζεται κοινή συμφωνία. Η μόνιμη επιτήρηση, οι ανακρίσεις και η απαίτηση πρόσβασης σε κάθε προσωπική επικοινωνία δεν εγγυώνται ασφάλεια. Ένα χρήσιμο ερώτημα είναι: «Ποιες συγκεκριμένες πράξεις θα μας βοηθήσουν να δούμε αν μπορούμε να εμπιστευτούμε ξανά ο ένας τον άλλον;»

Από τις υποσχέσεις στις συγκεκριμένες συμφωνίες

Το «θα αλλάξω» είναι μια πρόθεση. Για να γίνει κάτι που μπορεί να αξιολογηθεί, χρειάζεται περιεχόμενο. Τι θα συμβεί αν το τρίτο πρόσωπο επικοινωνήσει ξανά; Ποια όρια θα τηρούνται, αν πρόκειται για συνάδελφο με τον οποίο υπάρχει αναπόφευκτη επαγγελματική επαφή; Πώς θα ενημερώνεται ο άλλος χωρίς να αναλαμβάνει ο ίδιος τον ρόλο του ελεγκτή; Οι απαντήσεις χρειάζεται να είναι ρεαλιστικές, ειλικρινείς και κοινά κατανοητές.

Ορισμένα ζευγάρια επιλέγουν προσωρινές συμφωνίες μεγαλύτερης διαφάνειας στη χρήση του κινητού ή στην επικοινωνία. Αυτές χρειάζονται συναίνεση, σαφή σκοπό και επανεξέταση, ώστε να μη γίνουν μόνιμη επιτήρηση.[4] Το ουσιαστικό ερώτημα παραμένει αν μειώνεται η απόκρυψη και αν οι πράξεις συμφωνούν με τα λόγια. Κανένας κωδικός πρόσβασης δεν μπορεί να εγγυηθεί μόνος του μια σχέση εμπιστοσύνης.

Μια μικρή συμφωνία μπορεί να αφορά και τον τρόπο της συζήτησης: «Θα βρίσκουμε έναν χρόνο μέσα στην εβδομάδα για να μιλάμε γι’ αυτό, χωρίς να περιμένουμε να ξεσπάσει καβγάς». Δεν πρόκειται για κανόνα που απαγορεύει τα συναισθήματα τις υπόλοιπες ημέρες. Είναι μια πιθανή υπενθύμιση ότι το ζήτημα δεν θα θαφτεί μόλις η καθημερινότητα γίνει πιο ήσυχη.

Η τρυφερότητα δεν είναι εξέταση εμπιστοσύνης

Η επιστροφή στην κοινή καθημερινότητα δεν σημαίνει ότι έχει επιστρέψει και η επιθυμία για αγκαλιά ή σεξ. Μπορεί να θέλετε εγγύτητα τη μία στιγμή και απόσταση την επόμενη. Δεν οφείλετε να αποδείξετε ότι προσπαθείτε μέσα από τη σωματική επαφή. Μπορείτε να συμφωνήσετε τι είναι επιθυμητό τώρα και να το αλλάξετε αργότερα, χωρίς πίεση ή απαίτηση ανταλλάγματος.

Για παράδειγμα: «Θέλω να καθίσουμε μαζί, αλλά σήμερα δεν θέλω σεξ» ή «Μου είναι ευχάριστη η αγκαλιά, αρκεί να μη θεωρηθεί υπόσχεση για κάτι περισσότερο». Τέτοιες διατυπώσεις αφήνουν χώρο σε μια επαφή που επιλέγεται και από τους δύο. Η αποδοχή ενός ορίου είναι κι αυτή μια συγκεκριμένη πράξη σεβασμού μέσα στην προσπάθεια επανασύνδεσης.

Απιστία και κλονισμός της εμπιστοσύνης στη συντροφική σχέση
Ο ρόλος της θεραπείας ζευγαριού

Η θεραπεία μπορεί να προσφέρει ένα πλαίσιο για να ακουστούν οι διαφορετικές εμπειρίες και να εξεταστεί αν υπάρχει κοινή πρόθεση συνέχισης. Δεν είναι διαδικασία που υποχρεώνει τον πληγωμένο σύντροφο να συγχωρήσει ή εγγυάται επανασύνδεση.

Μερικές φορές ο στόχος γίνεται η αποκατάσταση της σχέσης. Άλλες φορές είναι ένας πιο καθαρός αποχωρισμός. Η ατομική υποστήριξη παραμένει επιλογή ακόμη κι αν ο άλλος δεν θέλει να συμμετάσχει.

Δεν χρειάζεται να έχετε συμφωνήσει ότι θα μείνετε μαζί για να ζητήσετε βοήθεια. Μπορεί να ξεκινάτε με διαφορετικά ερωτήματα: ο ένας να θέλει επανασύνδεση και ο άλλος να προσπαθεί ακόμη να καταλάβει αν το επιθυμεί. Αυτό αξίζει να ειπωθεί από την αρχή, ώστε η διαδικασία να έχει έναν ειλικρινή στόχο και να μη χρησιμοποιηθεί ως πίεση για μια ήδη προαποφασισμένη κατάληξη.

Μπορείτε να ρωτήσετε τον επαγγελματία πώς εργάζεται με ζητήματα απιστίας, πώς διαχειρίζεται την εμπιστευτικότητα και τι περιμένει από τη συμμετοχή σας. Αν υπάρχει εκφοβισμός, βία ή εξαναγκαστικός έλεγχος, προέχει η ατομική ασφάλεια και η εξειδικευμένη υποστήριξη. Η κοινή συνεδρία δεν πρέπει να θεωρείται αυτονόητη επιλογή σε αυτές τις συνθήκες.[5]

Μια απόφαση που σας αφορά

Το αν θα μείνετε δεν αποδεικνύει πόσο αγαπήσατε. Το αν θα φύγετε δεν ακυρώνει όσα ζήσατε. Αξίζει να αποφασίσετε με βάση όσα συμβαίνουν τώρα, τις ανάγκες σας και το αν υπάρχει σεβασμός στην ελευθερία της επιλογής σας.

Αν δυσκολεύεστε να ξεχωρίσετε τι θέλετε, μπορείτε να εξετάσετε τρία διαφορετικά ερωτήματα. Τι αισθάνομαι για αυτόν τον άνθρωπο; Τι βλέπω να αλλάζει πραγματικά στη συμπεριφορά του; Και τι χρειάζομαι πρακτικά για να μπορώ να αποφασίσω ελεύθερα; Οι απαντήσεις μπορεί να μη συμπίπτουν. Μπορεί να υπάρχει αγάπη χωρίς επαρκή εμπιστοσύνη ή επιθυμία αποχώρησης μαζί με οικονομικές και οικογενειακές δυσκολίες.

Επιπλέον, η συγχώρεση, η εμπιστοσύνη και η συνέχιση της σχέσης είναι διαφορετικά πράγματα. Μπορεί να θέλετε να απομακρυνθείτε χωρίς να κουβαλάτε διαρκώς θυμό, αλλά να μην επιλέγετε επανασύνδεση. Ή να δοκιμάζετε να παραμείνετε, χωρίς να αισθάνεστε ακόμη έτοιμοι να συγχωρήσετε. Δεν χρειάζεται να χρησιμοποιήσετε μια λέξη που δεν περιγράφει την εμπειρία σας για να καθησυχάσετε τους άλλους.

Αν υπάρχουν παιδιά ή κοινές υποχρεώσεις, χρειάζεται ξεχωριστή συζήτηση για την καθημερινότητά τους. Οι πρακτικές συμφωνίες δεν προϋποθέτουν ότι έχει λυθεί το συναισθηματικό ζήτημα. Μπορείτε να αναζητήσετε κατάλληλη βοήθεια για την οργάνωσή τους, χωρίς να ζητάτε από τα παιδιά να μεταφέρουν μηνύματα ή να επιλέξουν πλευρά. Το ζητούμενο είναι να βρείτε ένα επόμενο βήμα που σέβεται τις ανάγκες σας και την πραγματικότητα της ζωής σας.

Κάντε το πρώτο βήμα για την υποστήριξή σας.

Post a comment

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Χρησιµοποιούµε cookies για να σας δώσουμε την καλύτερη δυνατή εµπειρία.