Όταν οι ίδιες δυσκολίες επιστρέφουν
Οι διαταραχές προσωπικότητας συχνά ακούγονται σαν βαριές, απόλυτες λέξεις. Στην καθημερινότητα, όμως, η αναζήτηση βοήθειας μπορεί να αρχίζει με μια πολύ απλή απορία: «Γιατί καταλήγω ξανά στο ίδιο σημείο, ενώ θέλω να κάνω κάτι διαφορετικό;».
Ίσως ένας άνθρωπος επιθυμεί κοντινές σχέσεις, αλλά απομακρύνεται μόλις φοβηθεί την απόρριψη. Κάποιος άλλος προσπαθεί να οργανώσει τα πάντα τόσο προσεκτικά, ώστε τελικά δεν μπορεί να ξεκουραστεί ή να συνεργαστεί. Αυτά τα παραδείγματα δεν αποτελούν διαγνώσεις. Δείχνουν μόνο πώς ένα επαναλαμβανόμενο μοτίβο μπορεί να περιορίζει τις επιλογές μας.
Ο οδηγός αυτός προσφέρει μια πρώτη γνωριμία με το θέμα. Στόχος είναι να κατανοήσουμε τις δυσκολίες, να ξεχωρίσουμε ορισμένες συχνές παρανοήσεις και να δούμε πότε αξίζει να ζητήσουμε υποστήριξη.
Τι είναι οι διαταραχές προσωπικότητας;
Η προσωπικότητα περιλαμβάνει σχετικά σταθερούς τρόπους με τους οποίους σκεφτόμαστε, νιώθουμε, αντιδρούμε και συνδεόμαστε με τους άλλους. Όλοι έχουμε ιδιαίτερα χαρακτηριστικά, όπως επιφυλακτικότητα, ανάγκη για οργάνωση ή ευαισθησία στην κριτική.
Μιλάμε για διαταραχή όταν κάποια μοτίβα γίνονται επίμονα και άκαμπτα, επηρεάζουν διαφορετικές καταστάσεις και προκαλούν σημαντική δυσφορία ή δυσκολίες στις σχέσεις, στην εργασία και στην καθημερινή ζωή. Συνήθως οι δυσκολίες αρχίζουν στην εφηβεία ή στην αρχή της ενήλικης ζωής. Επιπλέον, ο ειδικός εξετάζει το πολιτισμικό περιβάλλον του ανθρώπου. [1]
Επομένως, μια διάγνωση δεν περιγράφει ολόκληρο τον άνθρωπο. Δεν συνοψίζει τις αξίες του, τις ικανότητές του ή το μέλλον του. Έχει νόημα όταν βοηθά να κατανοήσουμε συγκεκριμένες ανάγκες και να οργανώσουμε κατάλληλη φροντίδα.
Χαρακτηριστικό προσωπικότητας ή διαταραχή;
Αρχικά, μια μεμονωμένη πράξη δεν αρκεί για να καταλάβουμε τη διαφορά. Το ότι κάποιος θύμωσε, ζήτησε επιβεβαίωση ή απέφυγε μια κοινωνική συνάντηση δεν αρκεί για να του αποδώσουμε μια διαταραχή.
Σκέψου, για παράδειγμα, δύο ανθρώπους που αγαπούν την τάξη. Ο πρώτος αλλάζει το πρόγραμμά του όταν προκύπτει κάτι ευχάριστο. Ο δεύτερος δυσκολεύεται συστηματικά να δεχτεί οποιαδήποτε αλλαγή, συγκρούεται για μικρές λεπτομέρειες και αφήνει σημαντικές δουλειές ημιτελείς επειδή δεν είναι τέλειες. Ακόμη και τότε, ο ειδικός χρειάζεται να αξιολογήσει τη συνολική εικόνα· το παράδειγμα δείχνει τη σημασία της ευελιξίας και του αντίκτυπου.
Πιο χρήσιμες από το «σε ποια ταμπέλα ανήκω;» είναι ερωτήσεις όπως: Πόσο καιρό με δυσκολεύει αυτό; Σε ποιες πλευρές της ζωής μου εμφανίζεται; Τι μου κοστίζει; Μπορώ να αντιδράσω διαφορετικά όταν το χρειάζομαι;
Γιατί υπάρχουν διαφορετικές ονομασίες;
Παράλληλα, τα διαγνωστικά συστήματα δεν οργανώνουν το θέμα με τον ίδιο τρόπο. Το DSM-5-TR διατηρεί δέκα συγκεκριμένους τύπους διαταραχών προσωπικότητας. Γι’ αυτό συναντάμε συχνά ονομασίες όπως «οριακή», «αποφευκτική» ή «ναρκισσιστική». [1]
Αντίθετα, η προσέγγιση του ICD-11 δίνει μεγαλύτερο βάρος στη βαρύτητα των δυσκολιών και στα χαρακτηριστικά που κυριαρχούν, αντί να στηρίζεται στις ίδιες ξεχωριστές κατηγορίες. Έτσι, μπορεί να ακούσεις όρους όπως ήπια, μέτρια ή σοβαρή διαταραχή προσωπικότητας. [2]
Αυτή η διαφορά δεν σημαίνει ότι η εμπειρία σου αλλάζει ανάλογα με το εγχειρίδιο. Σημαίνει ότι ο ειδικός οφείλει να εξηγήσει τι περιγράφει η διάγνωση και πώς συνδέεται με το δικό σου θεραπευτικό πλάνο.
Οι πιο γνωστές διαταραχές προσωπικότητας, με λίγα λόγια
Επομένως, οι παρακάτω περιγραφές είναι προσανατολιστικές. Δεν αποτελούν πλήρη διαγνωστικά κριτήρια ούτε κατάλογο για να αξιολογήσουμε τον σύντροφο, τον γονέα ή τον εαυτό μας. [3]
Παρανοειδής: επίμονη δυσπιστία και τάση να ερμηνεύει κάποιος τις προθέσεις των άλλων ως απειλητικές.
Σχιζοειδής: απόσταση από στενές κοινωνικές σχέσεις και περιορισμένη εξωτερική έκφραση συναισθημάτων.
Σχιζότυπη: δυσκολίες στις κοντινές σχέσεις, ασυνήθιστες πεποιθήσεις ή αντιληπτικές εμπειρίες και ιδιαίτερος τρόπος συμπεριφοράς.
Αντικοινωνική: επίμονο μοτίβο παραβίασης των δικαιωμάτων των άλλων, εξαπάτησης ή ανευθυνότητας. Ο όρος δεν σημαίνει απλώς «δεν μου αρέσουν οι παρέες».
Οριακή: έντονες δυσκολίες στη ρύθμιση συναισθημάτων, στην εικόνα εαυτού και στις σχέσεις, συχνά με φόβο εγκατάλειψης και παρορμητικότητα. [4]
Ιστριονική: επίμονη ανάγκη να προσελκύει κάποιος την προσοχή και έντονα εκφραστική συναισθηματική συμπεριφορά.
Ναρκισσιστική: υπερβολική αίσθηση προσωπικής σπουδαιότητας, ανάγκη για θαυμασμό και δυσκολία αναγνώρισης των αναγκών και συναισθημάτων των άλλων.
Αποφευκτική: αποφυγή επαφών λόγω έντονου φόβου κριτικής ή απόρριψης και αισθήματος ανεπάρκειας.
Εξαρτητική: υπερβολική ανάγκη φροντίδας και υποστήριξης, με δυσκολία στις αυτόνομες αποφάσεις και φόβο αποχωρισμού.
Ιδεοψυχαναγκαστική προσωπικότητας: άκαμπτη τελειομανία, προσήλωση στην τάξη και ανάγκη ελέγχου, με κόστος στην ευελιξία και στη συνεργασία.
Διαβάστε επίσης
Κρατάμε τη συνολική εικόνα
Ένα χαρακτηριστικό δεν αρκεί για μια διάγνωση.
Σημασία έχει η διάρκεια των δυσκολιών και το πώς επηρεάζουν την καθημερινότητα, τις σχέσεις και την ποιότητα ζωής.
Τρεις συχνές συγχύσεις
Πρώτον, η ιδεοψυχαναγκαστική διαταραχή προσωπικότητας διαφέρει από την ιδεοψυχαναγκαστική διαταραχή, δηλαδή το OCD. Οι παρόμοιες ονομασίες περιγράφουν διαφορετικές κλινικές καταστάσεις. [1]
Δεύτερον, η οριακή διαταραχή δεν είναι συνώνυμο της διπολικής. Μπορεί να υπάρχουν ορισμένα κοινά συμπτώματα, αλλά ο ειδικός χρειάζεται να αξιολογήσει προσεκτικά την πορεία και τη φύση των μεταβολών της διάθεσης. [4]
Τρίτον, η ετικέτα «τοξικός άνθρωπος» δεν είναι κλινική διάγνωση. Μια συμπεριφορά μπορεί να μας πληγώνει και να απαιτεί όρια, χωρίς να γνωρίζουμε αν υπάρχει κάποια διαταραχή. Δεν χρειάζεται να αποδείξεις μια διάγνωση για να πεις «αυτό δεν το δέχομαι».
Πώς αναπτύσσονται αυτές οι δυσκολίες;
Καταρχάς, δεν υπάρχει μία αιτία που εξηγεί όλες τις διαταραχές προσωπικότητας. Οι γενετικές προδιαθέσεις και οι περιβαλλοντικές επιρροές αλληλεπιδρούν με πολύπλοκους τρόπους. Δύσκολες πρώιμες εμπειρίες, όπως κακοποίηση ή παραμέληση, μπορεί να έχουν ρόλο, αλλά δεν εξηγούν από μόνες τους κάθε περίπτωση. [5]
Επίσης, ένα τραυματικό βίωμα δεν οδηγεί αναπόφευκτα σε διαταραχή προσωπικότητας. Αντίστοιχα, η απουσία ενός αναγνωρίσιμου τραύματος δεν ακυρώνει τις δυσκολίες ενός ανθρώπου. Για την οριακή διαταραχή, το NIMH τονίζει ότι οι παράγοντες κινδύνου δεν καθορίζουν με βεβαιότητα ποιος θα την εμφανίσει. [4]
Συνεπώς, η διερεύνηση δεν χρειάζεται να γίνει αναζήτηση ενός ενόχου. Μπορεί να εστιάσει στο τι έχει επηρεάσει τον άνθρωπο, τι διατηρεί τη δυσκολία σήμερα και ποια υποστήριξη θα του ήταν χρήσιμη.

Φωτογραφία: Jen Theodore / Unsplash.
Πώς γίνεται η αξιολόγηση;
Ένας κατάλληλα εκπαιδευμένος επαγγελματίας ψυχικής υγείας εξετάζει τη συνολική πορεία των δυσκολιών, όχι μόνο έναν καβγά ή μια περίοδο κρίσης. Διερευνά τις σχέσεις, την καθημερινή λειτουργία, τα συναισθήματα και άλλες πιθανές εξηγήσεις για τα συμπτώματα. [3]
Παράλληλα, η συζήτηση πρέπει να περιλαμβάνει και όσα σε βοηθούν ήδη: υποστηρικτικές σχέσεις, δεξιότητες, ενδιαφέροντα και προηγούμενες εμπειρίες θεραπείας. Μπορείς να ζητήσεις να σου εξηγήσουν τη διάγνωση, τη χρησιμότητά της και τις διαθέσιμες επιλογές φροντίδας. [2]
Για να προετοιμαστείς, κράτησε δύο ή τρία συγκεκριμένα παραδείγματα: τι συνέβη, τι σκέφτηκες, τι ένιωσες και τι ακολούθησε. Δεν χρειάζεται να παρουσιάσεις μια τέλεια αφήγηση ούτε να έχεις βρει μόνος σου την εξήγηση πριν από το ραντεβού.
Πώς βοηθά η ψυχοθεραπεία;
Η ψυχοθεραπεία μπορεί να βοηθήσει τον άνθρωπο να κατανοήσει τις αντιδράσεις του και να αναπτύξει διαφορετικούς τρόπους αντιμετώπισης. Οι ανάγκες του ανθρώπου, η βαρύτητα των δυσκολιών και τυχόν άλλα προβλήματα ψυχικής υγείας καθορίζουν τη διάρκεια και τη μορφή της. Επομένως, δεν υπάρχει μία προσέγγιση που ταιριάζει σε όλους. [5]
Για την οριακή διαταραχή, για παράδειγμα, η διαλεκτική συμπεριφορική θεραπεία, γνωστή ως DBT, διδάσκει δεξιότητες διαχείρισης έντονων συναισθημάτων και σχέσεων. Η θεραπεία μπορεί να μειώσει τα συμπτώματα και να βελτιώσει την ποιότητα ζωής. [4]
Άλλες προσεγγίσεις περιλαμβάνουν τη θεραπεία σχημάτων, τη θεραπεία βασισμένη στη νοητικοποίηση, γνωστή ως MBT, και ψυχοδυναμικές θεραπείες. Η τεκμηρίωση δεν είναι ίδια για όλες τις διαταραχές· μεγάλο μέρος της έρευνας αφορά την οριακή. [2]
Στην πράξη, ένας προσωπικός στόχος μπορεί να είναι να εκφράζεις μια ανάγκη πριν φτάσεις σε έκρηξη. Ένας άλλος, να αντέχεις μια διαφωνία χωρίς να διακόπτεις αμέσως την επαφή. Έτσι, οι στόχοι αυτοί αποκτούν νόημα μέσα στη δική σου ζωή.
Χρειάζεται φαρμακευτική αγωγή;
Τα φάρμακα δεν αποτελούν μια γενική θεραπεία που αλλάζει την προσωπικότητα. Ένας ψυχίατρος μπορεί να τα εξετάσει για συνυπάρχουσες καταστάσεις ή συγκεκριμένες κλινικές ανάγκες. Γι’ αυτό, ο ψυχίατρος αξιολογεί πρώτα τις ανάγκες και παρακολουθεί την πορεία της αγωγής. [5]
Ειδικά για την οριακή διαταραχή, οι οδηγίες NICE δεν συνιστούν φαρμακευτική αγωγή ως ειδική θεραπεία της ίδιας της διαταραχής. Προβλέπουν διαφορετική αντιμετώπιση για συνυπάρχουσες παθήσεις και ορισμένες βραχυχρόνιες ανάγκες σε κρίση. Επομένως, δεν γενικεύουμε από την εμπειρία ενός ανθρώπου σε όλους. [6]
Αν η δυσκολία αφορά έναν άνθρωπο που αγαπάς
Ωστόσο, μπορείς να προσφέρεις στήριξη χωρίς να αναλάβεις να κάνεις διάγνωση ή θεραπεία. Ξεκίνα από μια παρατήρηση: «Βλέπω ότι οι συγκρούσεις μάς εξαντλούν και θέλω να βρούμε βοήθεια». Αυτό ανοίγει μια διαφορετική συζήτηση από το «ξέρω τι έχεις».
Παράλληλα, περιέγραψε καθαρά τα όριά σου. Για παράδειγμα: «Θέλω να ακούσω τι σε πείραξε. Αν αρχίσουν οι προσβολές, θα σταματήσω τη συζήτηση και θα επιστρέψουμε όταν μπορούμε να μιλήσουμε ήρεμα». Η κατανόηση του πόνου δεν απαιτεί αποδοχή κάθε συμπεριφοράς.
Επίσης, αναγνώρισε τις δικές σου ανάγκες για ξεκούραση, προσωπικό χρόνο και υποστήριξη. Αν υπάρχουν απειλές, βία ή φόβος, προτεραιότητα έχει η ασφάλεια. Μια διαγνωστική ονομασία δεν δικαιολογεί την κακοποίηση.

Φωτογραφία: Priscilla Du Preez / Unsplash.
Μπορεί ένας άνθρωπος να αλλάξει;
Ναι, υπάρχει δυνατότητα ουσιαστικής βελτίωσης. Η διάγνωση δεν προβλέπει μια αμετάβλητη ζωή. Ωστόσο, η πορεία διαφέρει και ορισμένες δυσκολίες μπορεί να επιμένουν περισσότερο. Το θεραπευτικό πλάνο χρειάζεται προσαρμογή στον συγκεκριμένο άνθρωπο. [5]
Για παράδειγμα, η αλλαγή δεν χρειάζεται να σημαίνει «δεν θα ξαναθυμώσω» ή «δεν θα φοβηθώ ποτέ την απόρριψη». Μπορεί να σημαίνει ότι αναγνωρίζεις νωρίτερα τι σου συμβαίνει, περιορίζεις μια επιβλαβή αντίδραση ή επιστρέφεις σε μια δύσκολη συζήτηση με περισσότερο χώρο για τον άλλον.
Αν μια προσπάθεια δεν βοήθησε όσο περίμενες, αξίζει να συζητήσεις τι δεν λειτούργησε: τους στόχους, τη συνεργασία, τη μέθοδο ή τις συνθήκες ζωής. Η απογοήτευση από μια εμπειρία δεν χρειάζεται να γίνει τελικό συμπέρασμα για κάθε δυνατότητα υποστήριξης.
Από την πληροφορία στο πρώτο βήμα
Συνολικά, δεν είναι απαραίτητο να αναγνωρίσεις τον εαυτό σου σε μια συγκεκριμένη κατηγορία για να ζητήσεις βοήθεια. Αρκεί να παρατηρείς ότι κάποια μοτίβα σε δυσκολεύουν και ότι θέλεις να τα κατανοήσεις καλύτερα.
Μπορείς να ξεκινήσεις με ένα συγκεκριμένο αίτημα: «Θέλω να καταλάβω γιατί απομακρύνομαι όταν κάποιος με πλησιάζει» ή «θέλω να μπορώ να διαφωνώ χωρίς να χάνω τον έλεγχο». Έτσι, η συζήτηση αρχίζει από μια πραγματική ανάγκη.
Ο οδηγός αυτός αποτελεί την εισαγωγή στη σειρά για τις διαταραχές προσωπικότητας. Η ουσιαστική κατανόηση, όμως, παραμένει προσωπική: αφορά την ιστορία, τις σχέσεις και τις δυνατότητες κάθε ανθρώπου.
Βιβλιογραφία και πηγές
- American Psychiatric Association. What are Personality Disorders?.
- Royal College of Psychiatrists. Personality disorder.
- Zimmerman, M. MSD Manual Professional Edition. Overview of Personality Disorders.
- National Institute of Mental Health (2025). Borderline Personality Disorder.
- NHS. Personality disorders.
- National Institute for Health and Care Excellence (NICE). Borderline personality disorder: recognition and management — Recommendations, CG78.


